Συνήθως…δηλαδή σχεδόν πάντοτε όταν αποτελείς μεγάλο σκηνοθετικό όνομα απολαμβάνεις την υποστήριξη του Ελληνικού κέντρου κινηματογράφου, της πολιτείας και αρκετών χορηγών. Ετσι έχεις την ευχέρεια να φτιάξεις μια ταινία απαλλαγμένος από το άγχος του προϋπολογισμού. Από την άλλη πλευρά βέβαια ίσως αναλαμβάνεις κάποιες υποχρεώσεις, κάποια γραμμάτια προς εξόφληση. Εαν η ταινία σου αναφέρεται σε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της νεοελληνικής ιστορίας τότε είσαι εκ των πραγμάτων αναγκασμένος να προσφέρεις έναν συμβιβασμό, έναν μέσο όρο, ουδετεροποιώντας τα ιστορικά γεγονότα, αφυδατώνοτας την ανάλυση για τα αίτια που οδήγησαν στα γεγονότα, προσφέροντας στους θεατές μια απλή περιγραφή του αποτελέσματος.
Εαν αυτό έψαχνε ο Παντελής Βούλγαρης στην νέα του ταινία «ψυχή βαθιά» πιστεύω ότι το βρήκε. Εαν δηλαδή το ζητούμενο ήταν η απόδοση της πολεμικής ατμόσφαιρας κατά την περίοδο των τελευταίων μαχών στην διάρκεια του Εμφυλίου πιστεύω ότι τα κατάφερε. Εξαιρετική φωτογραφία, επαρκέστατες ερμηνείες, επιτυχημένη σκιαγράφηση των κεντρικών χαρακτήρων, εναλλαγή συναισθημάτων τα οποία αποτελούν το κλειδί στην γρήγορη ροή της ταινίας. Προσθέστε την πολύ καλή μουσική και σκηνική παρουσία του Γιάννη Αγγελάκα. Τι άλλο χρειάζεται κανείς για να του αρέσει μια τέτοια είδους ταινία;
Μα φυσικά ΑΠΟΨΗ !!!. Αυτό χρειάζεται σε μια ταινία που θέλει να αναφέρεται στην σύγχρονη Ελληνική ιστορία, σε μια ταινία που αντικείμενο της έχει ένα αναμφισβήτητο πολιτικό γεγονός, με αίτια, αποτελέσματα, θύτες και θύματα. Φυσικά δεν εννοώ στενά κομματική άποψη. Εννοώ ευρύτερη κοινωνική και πολιτική ανάλυση ενός πολιτικοιστορικού γεγονότος που ακόμα και σήμερα τα αποτελέσματα του τα βιώνουμε στον τρόπο οικονομικής συγκρότησης και λειτουργίας του νεοελληνικού κράτους.
Σε αυτό τον τομέα η ταινία απέτυχε παταγωδώς. Βλέποντας την, ορισμένες φορές μου δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι παρακολουθώ μια απλή «βεντέτα» μεταξύ δύο μεγάλων οικογενειών, οι οποίες παρά τις επιμέρους προσωρινές διαφορές τις ενώνει για πάντα η κοινή τύχη και η κοινή μοίρα στην κοινωνικη ζωή αυτού του τόπου. Αυτή η εντύπωση δεν είναι μόνο δική μου. Το ίδιο συμπέρασμα βγήκε παρουσία και του σκηνοθέτη, στην απερίγραπτη εκπομπή της «καθηγήτριας» Αννας Παναγιωταρέας στην κρατική τηλεόραση με θέμα την συγκεκριμένη ταινία. Το πράγμα «ξεφεύγει» στην κυριολεξία όταν όλα προσπαθούν να εξισωθούν, όλοι να «αναζητήσουν τις ευθύνες τους», λες και όλοι λειτούργησαν με τον ίδιο τρόπο στην παραγωγή ευθυνών για την έναρξη, λες και όλοι μετά την λήξη του εμφυλίου είχαν τις ίδιες ευκαιρίες για αναδιοργάνωση της ζωής τους, λες και όλοι από κοινού στηθήκανε μπρός στα εκτελεστικά αποσπάσματα, λες και όλοι από κοινού σταλθήκανε να λιώσουνε σε φυλακές και εξορία, λες και όλες οι οικογένειες ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης μετά το τέλος του εμφυλίου απολαύσανε την ίδια αντιμετώπιση από το επίσημο κράτος, λες και όλοι είναι ίδιοι απέναντι στα μάτια της ιστορίας…
Μοιραία, όταν προσπαθείς να αναλύσεις μια ταινία καταφεύγεις σε συγκρίσεις σχετικά με το θέμα και το περιεχόμενο. Δεν είχε μόνο η Ελλάδα εμφύλιο. Ετσι η σκέψη μου οδηγήθηκε σε δύο ταινίες που είχα δεί στο παρελθόν. Σκηνοθέτης και των δύο ο Ken Loach. Πρόκειται για το Land and freedom με θέμα του τον Ισπανικό εμφύλιο και το The wind that shakes the barley που εξιστορεί τον εμφύλιο στην Ιρλανδία. Η δεύτερη ταινία τιμήθηκε με το χρυσό φοίνικα του φεστιβάλ Καννών και παρουσιάζει απίστευτες ομοιότητες με το σενάριο της νέας ταινίας του Παντελή Βούλγαρη. Και εκεί δύο αδέλφια βρίσκονται στο αντίπαλο στρατόπεδο, ενώ στην κορύφωση της η ταινία παρουσιάζει τον ένα αδελφό που υπηρετεί στον Εθνικό στρατό της Ιρλανδίας ο οποίος υπάγεται στις διαταγές της Αγγλικής στρατιωτικής διοίκησης να είναι ο αρχηγός εκτελεστικού αποσπάσματος το οποίο εκτελεί τον ίδιο του τον αδελφό που ανήκει στον Δημοκρατικό στρατό της Ιρλανδίας, ο οποίος μάχεται τον συμβιβασμό με την Αγγλική Κυβέρνηση. Και όμως η ταινία δεν μένει μόνο στην αγριότητα των μαχών, των ενεδρών και των σαμποτάζ. Παρακολουθεί τα αίτια, τις αφορμές, καθώς και την πορεία των δύο παρατάξεων κατά την διάρκεια και μετά την λήξη του εμφυλίου πολέμου. Στιγματίζει τις ακρότητες και από τις δύο πλευρές, αναδεικνύει τα αδιέξοδα και της αδιάλλακτης αλλά και της ενδοτικής πολιτικής, αλλά κυρίως ξεχωρίζει τους σκοπούς για τους οποίους αγωνιζόντουσαν οι πρωταγωνιστές. Ο Ken Loach δείχνει με την ταινία του ότι οι δύο παρατάξεις δεν είχαν σαν στόχο την οικοδόμηση της ίδιας κοινωνίας. Αναγνωρίζει την διαφορετικότητα των προθέσεων και εκεί κατά την γνώμη μου βρίσκεται το μυστικό της συνταγής. Αντιπολεμική ταινία δεν σημαίνει η απλή καταγγελία της ωμής βίας στα πεδία των μαχών. Αντιπολεμική ταινία κάνεις μόνο όταν αναλύεις με αντικειμενικό τρόπο τα αίτια και τις αφορμές, αποδίδεις ευθύνες όπου αναλογούν καταδικάζοντας παράλληλα τις πολιτικές που απορρέουν από το αποτέλεσμα.
Εχθές το βράδυ κάθησα να παρακολουθήσω στην κρατική τηλεόραση το πασίγνωστο «Οι Γερμανοί Ξανάρχονται». Ιδού τι γράφει το πληροφοριακό σημείωμα που συνοδεύει την ταινία. Οι υπογραμμίσεις δικές μου : «Ο αξέχαστος Βασίλης Λογοθετίδης αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο την αγωνία αλλά και την αχαριστία του Ελληνα που αναλώθηκε σε ανόητους πολιτικούς φανατισμούς λίγο μετά τον Β! Παγκόσμιο Πόλεμο»
Πως είπατε ; Ολοι το ίδιο πρέπει να φαίνονται σε μια ιστορική περίοδο που είναι έτοιμη να «ξαναγραφεί»; Είναι πράγματι κρίμα γιατί στην αίθουσα που παρακολούθησα την ταινία αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι η πλειοψηφία του κοινού που την έβλεπε αφορούσε ηλικίες κάτω από 30 χρονών. Αραγε με τι σκέψεις να έφυγαν και πόσο σοφότεροι έγιναν για το ιστορικό παρελθόν της πατρίδας τους;




























Πρόσφατα σχόλια