Eγκαταστάσεις ελληνικών πληθυσμών στη Νότια Ιταλία και Σικελία από τον 8ο π.Χ. έως τον 8ομ.Χ. αιώνα.

mapcol

Το φαινόμενο της εγκατάστασης ελληνικών πληθυσμών στη Δύση και συγκεκριμένα σε Νότιο Ιταλία και Σικελία, ξεκινά τον 8ο αιώνα π.X. κατά την περίοδο του Β Ελληνικού αποικισμού, όταν
Χαλκιδείς και Ερετριείς, στα μέσα του 8ου αιώνα π.
X. πραγματοποίησαν από κοινού την αρχαιότερη μετανάστευση στην Δύση αποικίζοντας την νήσο Πιθηκούσες (Ίσχια). Λίγο αργότερα οι Χαλκιδείς περνώντας στην απέναντι ιταλική ακτή ίδρυσαν την Κύμη. Η Χαλκιδο-κυμαική Παρθενόπη, μετέπειτα Νεάπολη, ιδρύεται ελάχιστα πιο Νότια. Την ίδια περίοδο έφθασαν Χαλκιδείς από την Εύβοια στις ανατολικές ακτές της Σικελίας οι οποίοι μέσα σε πέντε χρόνια ιδρύουν τη Νάξο και τους Λεοντίνους από το 734 έως το 728π.Χ. Ελάχιστα πιο Βόρεια, Κυμαίοι της Ιταλίας και Χαλκιδείς ιδρύουν τη Ζάγκλη το 720π.X. τη μετέπειτα Μεσσήνη, και στην ακριβώς απέναντι  πλευρά, στην Νότια Ιταλική χερσόνησο, ιδρύεται το Ρήγιο.

Συνέχεια

Advertisements

κοινωνικές δομές αλληλεγγύης και αντίστασης.

solidarity6

Στο αρχικό στάδιο της πολύπλευρης κρίσης που βιώνει η Ελληνική κοινωνία, το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα αιφνιδιάστηκε πλήρως από την σταθερή δυναμική που ανέπτυξαν οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις του πιο «θορυβώδους» τμήματος της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Μετά την άγρια καταστολή των κεντρικών κινητοποιήσεων, το κίνημα των «ανοιχτών λαϊκών συνελεύσεων» της Πλατείας Συντάγματος σωστά συνειδητοποίησε ότι η δυναμική αυτή πρέπει να αποκεντρωθεί με στόχο να αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας σε επίπεδο γειτονιάς. Το αποτέλεσμα ήταν να ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια αυτόνομες συλλογικότητες αλληλεγγύης και αντίστασης σχεδόν σε κάθε Δήμο.  Μέχρι το στάδιο αυτό ο αιφνιδιασμός των κυβερνήσεων που διαχειρίστηκαν την κρίση κατέστη απόλυτος κυρίως από την ταχύτητα αυτοοργάνωσης και δράσης που επέδειξαν οι συγκεκριμένες συλλογικότητες.  

Πολύ γρήγορα η δυναμική αυτή προκάλεσε ρωγμές στους εγχώριους μηχανισμούς εφαρμογής των μνημονίων για τον λόγο ότι η κοινωνική αγανάκτηση απέκτησε μια μορφή μεθοδικότερης οργάνωσης. Αυτό συνέβη γιατί αυτές οι αυτόνομες συλλογικότητες κατάφεραν να οργανώσουν σε σύντομο χρόνο ένα γενικό (όχι σαφώς ιδεολογικά προσδιορισμένο) αντιμνημονιακό και αντικυβερνητικό πολιτικό πλαίσιο πάνω στο οποίο δημιουργήθηκε ένα κοινωνικό μέτωπο αλληλεγγύης άμεσα συνυφασμένο με τις πρωταρχικές ανάγκες εκείνων των κοινωνικών στρωμάτων που άρχισαν να βιώνουν την πολυεπίπεδη κατάρρευση των μέχρι τώρα συντεταγμένων σταθερών του κοινωνικού τους βίου. Η επιτυχία της «κοινωνικής γείωσης» οφείλεται στο γεγονός ότι απάντησαν στις απαιτήσεις των καιρών με την δημιουργία κοινωνικών ιατρείων, κοινωνικών παντοπωλείων, ανταλλακτικών παζαριών, ομάδων παρέμβασης στο διογκούμενο πρόβλημα των αστέγων, ομάδων ενημέρωσης και αντίστασης στο χαράτσι της ΔΕΗ, ομάδων υποστήριξης μεταναστών, όλες τους πολύχρωμες και πολυτασικές συλλογικότητες οι οποίες λειτούργησαν πάντα μέσα στα πλαίσια της ανοιχτής συμμετοχικής διαδικασίας.

Εάν προσεγγίσουμε, στην ολότητα του, την εξέλιξη του φαινομένου αυτού επιτρέπεται να μιλάμε αρχικά με όρους νίκης του κινήματος σε επιμέρους μάχες οι οποίες όμως θα πρέπει να συνεχισθούν με αμείωτη ένταση για να διαμορφωθεί ως νικηφόρο το τελικό αποτέλεσμα του κοινωνικού πολέμου που δεχόμαστε.  Αυτό που πρέπει να συνυπολογισθεί ιδιαίτερα είναι ο τρόπος απάντησης του κυρίαρχου συστήματος ο οποίος έχει να κάνει με την προσπάθεια μιας γενικής αναδίπλωσης του, που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και προσβλέπει τόσο στην συστημική αφομοίωση των συλλογικοτήτων αυτών όσο και στην κοινωνική απομόνωση και περιθωριοποίηση όσων δεν θα ενταχθούν στην προοπτική αυτή. Απαραίτητη προϋπόθεση για την απώλεια της οικονομικής, πολιτικής και εθνικής κυριαρχίας  που προβλέπει το σημερινό κυβερνητικό «σχέδιο ανάπτυξης» είναι είτε η διάλυση είτε ο πλήρης έλεγχος όλων αυτών των προσπαθειών παραγωγής κοινωνικής πολιτικής «από τα κάτω».

Πρωτοπόρο ρόλο σε αυτή τη προσπάθεια (τα βαριά όπλα του συστήματος) παίζουν η Χρυσή Αυγή και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (ειδικά τα ιδιωτικά). Σε αγαστή συνεργασία, ο στρατιωτικός επιχειρησιακός βραχίονας, το νεοφασιστικό αυτό μόρφωμα, αποπειράται να μολύνει με την συκοφαντία, το μίσος, το διχασμό και την ρατσιστική βία την προσπάθεια αντίστασης απέναντι σε ένα εξ ορισμού πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο οικονομικό και πολιτικό status που διαμορφώθηκε αμέσως μετά από την πολιτική επικράτηση του νεοφιλελεύθερου συστήματος. Την ίδια στιγμή ο ιδεολογικός βραχίονας με την πλήρη εξαφάνιση κάθε αντίθετης, από τα συμφέροντα της οικονομικής ολιγαρχίας, άποψης  και την καθημερινή τρομακτική πλύση εγκεφάλου και διαστρέβλωσης της αληθινής είδησης αποπειράται να «νεκρώσει» τα κοινωνικά και πολιτικά αντανακλαστικά αντίδρασης του πανικοβλημένου έλληνα πολίτη. Παράλληλα προσπαθούν να «προσφέρουν» μια δήθεν αλληλεγγύη στα θύματα ενός κανιβαλικού κοινωνικό-πολιτικού συστήματος τα χαρακτηριστικά του οποίου οι ίδιοι διαμόρφωσαν. Ο ΣΚΑΙ που ανήκει στον ιδεολογικό βραχίονα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της γλοιώδους υποκρισίας.  

Γενικά, μπορούμε να δεχτούμε ότι, ο φασισμός σαν κοινωνικό φαινόμενο δεν αποτελεί μονάχα ένα αυτόνομο πεδίο συγκρότησης πολιτικού υποκειμένου αλλά μια ευρύτερη κοινωνική νοοτροπία η οποία θέτει τις βάσεις της κοινωνικής «αποδοχής» του συγκεκριμένου υποκειμένου. Σε περιόδους ακραίας φτώχειας με στοιχεία ανθρωπιστικής κρίσης, η νοοτροπία αυτή επιτίθεται ως μεταδιδόμενος ιός μόλυνσης σε όλα τα υγιή κύτταρα της κοινωνίας.

Η απάντηση σε όλα αυτά πρέπει να είναι πολυεπίπεδη. Ασφαλώς θα πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο όλη η κινηματική εμπειρία στο χτίσιμο δομών αλληλεγγύης  του πρόσφατου παρελθόντος, αλλά οι προσπάθειες μας θα πρέπει να επικεντρωθούν στην παραγωγή κοινωνικής πολιτικής, όχι συμπληρωματικής ως προς το κράτος, αλλά στο πλαίσιο της ανάδειξης και της καταγγελίας των ελλειμμάτων της κοινωνικής πολιτικής των κυβερνήσεων και της συγκρότησης στην πράξη μιας εναλλακτικής πρότασης για την ριζική μεταρρύθμιση της. Η περαιτέρω αναβάθμιση της «τεχνογνωσίας» ως απαραίτητη προϋπόθεση για το αποτέλεσμα και η αντίσταση απέναντι σε κάθε προσπάθεια συστημικής αφομοίωσης, αποτελούν δύο ακόμα βασικούς άξονες έτσι ώστε οι συλλογικότητες αυτές να αποτελέσουν το κοινωνικό εργαλείο ανατροπής των νεοφιλελεύθερων  πολιτικών. Η δημιουργία ενός ευρύτερου δικτύου που θα συντονίζει την καλύτερη συνεργασία μεταξύ των ομάδων αυτών θα διευκολύνει την συγκρότηση ενός κοινού ενιαίου μετώπου. Πρόκειται στην ουσία για μια οριζόντια πολιτική σχέση η οποία δεν αναπαράγει την παθητική σχέση μεταξύ του δότη και του δέκτη εν ήδη «φιλανθρωπίας», αλλά προσπαθεί να εντάξει ισότιμα τον δέκτη στην συλλογική δράση που αναλαμβάνουν οι συγκεκριμένες πρωτοβουλίες πολιτών.  

Αυτό όμως που αποτελεί την «μητέρα των μαχών» είναι η προσπάθεια αναχαίτισης της κατάρρευσης των δημιουργικών παραγωγικών τάξεων σε κοινά συντρίμμια και ερείπια. Σε μια τέτοια περίπτωση από τα συντρίμμια αυτά θα αναδυθούν πολιτικές τερατογενέσεις ως κυρίαρχες, εξέλιξη η οποία θα γυρίσει την χώρα δεκαετίες πίσω, πιθανά σε έναν νέο «Ελληνικό Μεσαίωνα».

Για τον λόγο αυτό οι συλλογικότητες αλληλεγγύης και αντίστασης θα πρέπει να επιδιώκουν ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες, γιατί στην ουσία οι προοδευτικές, ριζοσπαστικές πολιτικές αντιλήψεις αυτό επιδιώκουν. Την ευρύτερη δυνατή ενότητα ενός κοινωνικού μετώπου που βρίσκεται απέναντι στις πολιτικές κοινωνικής κατεδάφισης που εφαρμόζει η σημερινή κυβέρνηση. Μόνο έτσι μπορούμε να ξηλώσουμε το μαύρο πέπλο της κατάθλιψης και του φόβου το οποίο έχει απλωθεί πάνω από την χώρα μας και να αναδείξουμε την δυναμική των συλλογικών διεκδικήσεων σε αντίθεση με την παθητική ατομικότητα που προωθούν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές ηγεσίες της Ευρώπης οι οποίες προσπαθούν να διαλύσουν τους κατά τόπους κοινωνικούς ιστούς προς όφελος των συμφερόντων της διεθνούς οικονομικής ολιγαρχίας.