Θα ξαναβρεθούμε στο σύνταγμα.

 

Θα επιστρέψουμε στην πλατεία Συντάγματος. Σύντομα. Θα ξαναβρεθούμε, θα περπατήσουμε και θα είμαστε πολύ περισσότεροι. Και δεν θα φύγουμε. Δεν θα γυρίσουμε τις πλάτες μας. Θα μείνουμε. Γιατί τώρα ξεκινάμε, όλοι μαζί και ο καθένας χωριστά. Είμαστε σίγουροι ότι θα απουσιάσουν και πάλι οι ηγεσίες της Αριστεράς. Και οι βουλευτές της επίσης. Προέχει η «επανεκκίνηση». Μαζί με τον κόσμο ή χωρίς αυτόν; Να ένα καλό ερώτημα.

Ωστόσο, για σκεφτείτε, αφήστε την φαντασία σας ελεύθερη, έστω για μια στιγμή, καθώς κάτι τέτοιο δεν εμπίπτει σε καθεστώς φορολογίας, σε συρρίκνωση ή περιστολή και δείτε τους συγκεκριμένους βουλευτές, τα «μεγαλοστελέχη», μπροστά από τον κόσμο, να προστατεύουν με την ιδιότητα τους, όσους θέλουν να παραμείνουν (που εχθές ήταν παρά πολλοί) και να καλούν τους πολίτες να κατέβουν όλοι στο Σύνταγμα και να παραμείνουν σε μια μαζική, ειρηνική διαμαρτυρία.

Μα θα μου πεις: «Δεν γίνονται αυτά». Ναι, το καταλαβαίνω, υπάρχει «πολιτικό κόστος». Εξάλλου, θα μου πεις, δεν έχουμε κάτι συγκεκριμένο, κάτι χειροπιαστό, να προτείνουμε στους συγκεντρωμένους. Η αλήθεια είναι πως οι «διμερείς επαφές» και το «πλάνο επανεκκίνησης» δεν έχουν προβλέψει μια τέτοια εξέλιξη. Δεν το γράφει το εγχειρίδιο χρήσης. Απόλυτα κατανοητό.

 Στα βάθη της Σικελίας, όπου βράζουν τα πάθη και δεσπόζει η άγρια ζήλεια, εκτυλίσσεται το έργο του Λουίτζι Πιραντέλο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε».  Πιθανά την επόμενη φορά που θα ξαναβρεθούμε να χρειαστεί να αυτοσχεδιάσουμε. Το προτιμώ από οποιαδήποτε «απόφαση μακράς πνοής». Ίσως, γιατί επί τόπου, αυτό το «κάψιμο» που νοιώθεις στο πρόσωπο να επικυρώνει με τον πιο ουσιαστικό τρόπο τις συντροφικές σχέσεις μεταξύ των «πολιορκημένων». Ίσως, τα ασφυξιογόνα, τα χημικά αέρια, δεν φθάνουν μέχρι τα κομματικά γραφεία. Ποτέ δεν έφθασαν, ούτε καν οι φωνές. Αποτελούν ένα ασφαλές περιβάλλον θερμοκηπίου. Τίποτα όμως δεν αντικαθιστά την «φυσική ωρίμανση».

 «η καλή μας αγελάδα βόσκει κάτω στην λιακάδα…»
Προτεινόμενο κεντρικό σύνθημα για την επόμενη συγκέντρωση του ΠΑΜΕ.

και αν μέναμε στο σύνταγμα;

Η ζωή έχει μεγαλύτερη τόλμη και δημιουργική φαντασία από χίλιες αναλύσεις και άλλες τόσες δημοσκοπήσεις. Ότι σήμερα μας φαίνεται συμπαγές, σταθερό, ακίνητο, απλησίαστο, μπορεί να ανατραπεί μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα.

Η εξέγερση, η επανάσταση, το βάθεμα της δημοκρατίας, δεν παραγγέλλονται, δεν σχεδιάζονται, δεν υπογράφονται. Ένας βασικός νόμος της εξέλιξης λέει ότι : «η συμπεριφορά μας εξελίσσεται σύμφωνα με τις ανάγκες μας».

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να σταματήσουμε να λειτουργούμε λόγω κεκτημένης ταχύτητας. Οι ανάγκες των καιρών επιβάλλουν να μην αναπτύσσουμε συμπεριφορές ορθολογιστικής υποταγής.

Ας μην αποχωρήσουμε…

 

βάλε φωτιά σε ότι σε καίει, σε ότι σου τρώει την ψυχή…

το αντίθετο του φόβου είναι η γιορτή……

έξω οι δρόμοι αναπνέουν διψασμένοι, ανοιχτοί…

μας περιμένουν άδειες μέρες, ραγισμένοι ουρανοί…

βάλε φωτιά σε ότι σε καίει, σε ότι σου τρώει την ψυχή….

 αφιερωμένο σε όλα τα παιδιά που συγκροτούν την προσπάθεια στο blog ΦΟΒΟΣ-ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Μεταναστεύσεις Ελληνικών πληθυσμών: Μια ιστορική αναδρομή.

Για πολλοστή φορά η χειμάζουσα ελληνική κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια διαρκή παραπληροφόρηση, με την κατασκευή συναισθημάτων απέχθειας προς τον «εικονικό εχθρό». Κρίνεται ως απαραίτητη η δημιουργία ενός τέτοιου είδους «εχθρού», που εξυπηρετεί τον αντιπερισπασμό του πολιτικού συστήματος με τον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης, μέσω της αφύπνισης όλων εκείνων των συντηρητικών αντανακλαστικών μιας κοινωνίας που απαραιτήτως πρέπει να παραμείνει ποδηγετημένη σε μια ευνουχισμένη πολιτικά και πολιτιστικά, μορφή εσώτερης αναδίπλωσης.

Έτσι λοιπόν, ανιστόρητοι, με μέγεθος πολιτικού νάνου υπουργίσκοι, μαζί με ένα πλήθος ετερόκλητων πολιτικών δυνάμεων, αλλά και τα απαραίτητα (σε κάθε περίπτωση) πειθήνια κυβερνητικά-δημοσιογραφικά παπαγαλάκια, μηρυκάζουν νυχθημερόν, είτε με επίσημες κυβερνητικές δηλώσεις, είτε στα δελτία «κατασκευής ενόχων» του ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού υπόκοσμου της «ενημέρωσης», εκφράσεις όπως :  «Λαθρομετανάστες», «παράνομοι μετανάστες», συνδυάζοντας τον συγκεκριμένο «πλούτο συναισθημάτων» αφενός με τον διακαή πόθο για κατάργηση του Πανεπιστημιακού ασύλου, αφετέρου με την συνεχή χρήση των προσδιοριστικών όρων «λαθραίος» και «παράνομος», που σκοπό έχει να εξυπηρετήσει την επιδιωκόμενη «ηθική νομιμοποίηση» εκ μέρους της χειραγωγούμενης κοινής γνώμης απέναντι σε οποιεσδήποτε «πρωτοβουλίες» πρόκειται να υιοθετηθούν στο μέλλον από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους. Πρόκειται, ασφαλώς, περί διττής στοχοποίησης.

Επί της ουσίας, ποτέ, η όλη κουβέντα δεν έχει τεθεί σε σωστές βάσεις, επειδή αρνούμαστε να αποδεχθούμε πως αυτό που αντιμετωπίζουμε στις μέρες μας είναι πολύ πιο σύνθετο, αρκετά πιο περίπλοκο. Μπορούμε να εξετάσουμε την πολυπλοκότητα του φαινομένου αυτού, χρησιμοποιώντας κυρίως, ως μεθοδολογία, την αντιστοίχηση του, με το Ελληνικό μεταναστευτικό φαινόμενο, μέσα από την διαχρονική, ιστορική, εξέλιξη και καταγραφή του.

 Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε το γεγονός ότι, βρισκόμαστε μπροστά σε «μαζικές μετακινήσεις και εγκαταστάσεις πληθυσμών μακριά από τις εστίες τους», φαινόμενο με πολύ μεγαλύτερη δυναμική από οποιαδήποτε οργανωμένη μεταναστευτική μετακίνηση. Η διαδικασία αυτή, σε ότι αφορά την μετακίνηση από και προς τον Ελλαδικό χώρο, πρέπει να σημειωθεί ότι πρωτοεμφανίζεται πριν από πολλούς αιώνες. Η καταγεγραμμένη ιστορική εμπειρία (από γραπτά αρχεία) αποδεικνύει ότι, οι μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών για λόγους πολιτικούς, οικονομικούς και οπωσδήποτε επιβίωσης, από Ανατολή προς Δύση, υπήρξαν σε εξέλιξη από τον 8ο αιώνα π.χ. με τον Β Ελληνικό αποικισμό, από τον κυρίως Ελλαδικό χώρο προς την Σικελία, Νότιο Ιταλία, Νότιες Γαλατικές ακτές, ακόμα και ακτές της Ιβηρικής Χερσονήσου. Ξεκαθαρίζω από την αρχή ότι δεν πρόκειται για μετακινήσεις αιχμαλώτων ή δούλων, αλλά για ελεύθερους πολίτες που αδυνατούν να συντηρηθούν (λόγω δυσμενών κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών) ή που η πολιτεία έχει αποφασίσει με νόμο τον αποικιακό μεταναστευτισμό. Το φαινόμενο αυτό, κατά την ροή των χρόνων, αλλοιώνει τα αρχικά αποικιακά χαρακτηριστικά του, με αποτέλεσμα, κατά την περίοδο της μέσης εποχής του Βυζαντίου να αποτελέσει το ορόσημο των επεκτατικών – ανακτητικών πολέμων του Ιουστινιανού σε ολόκληρη την Ιταλική χερσόνησο, Σικελία, και μέρους του σημερινού Ανατολικού και Νοτίου τμήματος της Ισπανίας τον 6ο αιώνα μ.Χ.,  με τις μετακινήσεις και εγκαταστάσεις μέρους του στρατού αλλά και του απαραίτητου υπαλληλικού διοικητικού προσωπικού. Οι μετακινήσεις αυτές συνεχίζονται κατά την περίοδο της εικονομαχικής έριδας κυρίως στην πρώτη φάση της, στα μέσα του 7ου αιώνα μ.Χ., όταν πληθυσμοί εικονολατρών, αλλά και πολυάριθμοι μοναχοί, συρρέουν στην Δύση εξαιτίας των σκληρών θρησκευτικών διώξεων από τους εικονομάχους αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Οι μετακινήσεις ελληνικών πληθυσμών συνεχίζονται με αμείωτη ένταση όταν Αβαρικοί, αλλά κυρίως Σλαβικοί πληθυσμοί, διεισδύουν στα Βαλκάνια και στον Ελλαδικό χώρο αντίστοιχα, με αποτέλεσμα πολυάριθμοι πληθυσμοί να μετακινηθούν προς την Δύση στα τέλη του 6ου  με αρχές του 7ου αιώνα.  Να σημειωθεί ότι παρόμοιες μετακινήσεις παρατηρούνται καθ̒ όλη τη διάρκεια του 7ου αιώνα εξαιτίας των Αραβικών κατακτήσεων στην Μικρά Ασία και σε πολλές Ανατολικές επαρχίες του Βυζαντίου.

Ωστόσο, έξαρση του φαινομένου αυτού, παρατηρείται λίγο πριν και λίγο μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453, με μαζικές μετακινήσεις Ελληνικών και Λατινικών πληθυσμών, σε περιοχές εκτός Οθωμανικής κυριαρχίας, προς την Ρώμη, αλλά και πόλεις της Βορείου Ιταλίας (Βενετία, Γένοβα). Ασφαλώς, το φαινόμενο αυτό συντηρείται καθ όλη την διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας (κυρίως στο πρώιμο στάδιο και σίγουρα μέχρι την πτώση του Χάνδακα την άνοιξη του 1667 στα χέρια των Οθωμανών), στον Ελλαδικό χώρο, στα Βαλκάνια και στις περιοχές της Νοτιανατολικής Μεσογείου, ενώ συνδέεται απαραίτητα με την ανεπάρκεια συντήρησης μεγάλου μέρους του πληθυσμού σε σχέση με τις τραγικές συνθήκες επιβίωσης του (συνεχείς πόλεμοι των Οθωμανών με τις δυνάμεις της Λατινικής Δύσης, αρπαγή γαιών, αποαστικοποίηση με περιορισμό της εμπορικής δραστηριότητας, καθημερινή ανασφάλεια του πληθυσμού της υπαίθρου και των επαρχιακών κοινοτήτων).

 Στο κείμενο αυτό, δεν γίνεται αναφορά για τις μεταναστεύσεις λογίων και εμπόρων προς την Δύση, μια και οι μετακινήσεις αυτές  αφορούν μεμονωμένες ή οικογενειακές περιπτώσεις, πάντως όχι μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, με τα χαρακτηριστικά που εξετάζουμε.  

Συνέχεια των μετακινήσεων παρουσιάζεται και μετά την Ελληνική επανάσταση, κατά την δημιουργία του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους (1830), ενώ έως την δεκαετία του 1880 παρουσιάζεται το φαινόμενο ελληνικοί πληθυσμοί, από φτωχές ορεινές περιοχές της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας, να εκπατρίζονται για να δουλέψουν κυρίως ως εποχιακοί εργάτες, προτιμώντας τις πιο κοντινές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ιδιαίτερα εκείνες όπου κατοικούσαν συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί (Θράκη, Κωνσταντινούπολη, περιοχές της Μικρασιατικής ενδοχώρας).  Στην συνέχεια, αρκετοί Πελοποννήσιοι και Ρουμελιώτες χρησιμοποιώντας ως γέφυρες τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, περνούσαν στις Μικρασιατικές ακτές, ως εργάτες γης, οικοδόμοι και μεταλλωρύχοι.  Νέα μεταναστευτικά ρεύματα παρατηρούνται κατά τον Ελληνο-τουρκικό πόλεμο του 1897, και τους Βαλκανικούς πολέμους κατά την περίοδο 1912-1913. Ξεχωριστό κεφάλαιο από μόνο του αποτελεί η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, όπου 1.500.000 πρόσφυγες φθάνουν στην «παλαιά Ελλάδα» για να αντιμετωπίσουν άθλιες συνθήκες επιβίωσης, την έχθρα του ντόπιου πληθυσμού, καθώς και ισχυρής μερίδας του πολιτικού κόσμου. Κατά την περίοδο του μεσοπολέμου,  στα χρόνια της κατοχής,  αλλά και μετά την λήξη του εμφυλίου, σημαντικό τμήμα του ελληνικού πληθυσμού μεταναστεύει  προς το εξωτερικό, Βόρεια και Νότια Αμερική (520.000 μέχρι το 1940 εργαζόμενοι στα έργα της διώρυγας του Παναμά, αλλά και στην ολοκλήρωση του σιδηροδρομικού δικτύου), Ανατολική Ευρώπη και  Σοβιετική Ένωση, Δυτική Ευρώπη, Νότιος Αφρική και Αίγυπτο, Αυστραλία, πληθυσμός ο οποίος μόνο κατά τις τρείς πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες ξεπέρασε το 1.500.000 άτομα για λόγους οικονομικής ανέχειας και υποσιτισμού αλλά και για πολιτικούς λόγους. Το αποκορύφωμα  του νέου μεταναστευτικού «πυρετού» σημειώθηκε στα 1965, με 118.000 άτομα. Κατά την τριετία 1963-1965 και για πρώτη φορά στην ιστορία του Ελληνικού κράτους αυτή η δημογραφική αιμορραγία έμελλε να υπερκεράσει την φυσική αύξηση του πληθυσμού της χώρας (!).  Είναι λοιπόν, πραγματικά αξιοπερίεργο και ενδεικτικό της αναλγησίας του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος της χώρας μας, να αποσιωπά, να ξεχνά, και να εκμεταλλεύεται κατά το δοκούν σύγχρονα φαινόμενα όμοια με αυτά του ιστορικού παρελθόντος της. 

 Θα πρέπει να αναφερθεί ότι, στις μέρες μας, μετά από συνεργασία της Γενικής Γραμματείας Απόδημου  Ελληνισμού με το Συμβούλιο του Απόδημου Ελληνισμού και τις ομογενειακές οργανώσεις βρίσκεται υπό σύνταξη το λεγόμενο «Ληξιαρχείο των Αποδήμων».  Με βάση λοιπόν τα παραπάνω μπορούμε να θεωρήσουμε ότι, το σύνολο των αποδήμων κινείται σήμερα μεταξύ ενός ελάχιστου αριθμού 2.700.000 και ενός μέγιστου 4.500.000 ατόμων.

Συμπερασματικά, αυτό που θα πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι, η ιστορία των μεταναστεύσεων ή καλύτερα των μαζικών μετακινήσεων, είναι η ιστορία του κόσμου που βρίσκεται σε διαρκή (αέναη) κίνηση, ενώ παράλληλα το σίγουρο είναι ότι, οι μετακινήσεις αυτές θα συνεχίζονται με αμείωτη ένταση όσο δεν εκλείπουν οι γενεσιουργικές αιτίες που τις προκαλούν.  Αντίθετα, έχουν ήδη διαμορφωθεί νέοι όροι οι οποίοι επιταχύνουν την σύγχρονη μαζική μετανάστευση. Η οικολογική κρίση, η κλιματική αλλαγή, ως άμεσο αποτέλεσμα επιφέρουν την ερημοποίηση και τον χαρακτηρισμό ως μη καλλιεργήσιμων πλέον (λόγω της υπερθέρμανσης του πλανήτη) τεράστιων εκτάσεων του Νότιου ημισφαιρίου. Παρόμοιες «μαζικές μεταναστεύσεις λαών» από Βορρά προς Νότο, λόγω δυσμενών κλιματικών συνθηκών, με υπερβολικό ψύχος και αδυναμία συστηματικής καλιέργειας, έχουν ήδη συμβεί στην Ευρωπαική ήπειρο κατά τον 3ο αιώνα μ.Χ. με καταλυτικές αλλαγές στην σύνθεση των πληθυσμών, λόγω της συνεχούς κινητικότητας. Σε καμία χρονική περίοδο διαμόρφωσης της Ευρωπαικής οντότητας, οι πληθυσμοί της δεν υπήρξαν στατικοί. 

Αυτό που δεν έχουμε ποτέ αναλύσει, είναι οι συνέπειες αυτής της μετακίνησης όχι τόσο για τις χώρες φιλοξενίας, όσο, κυρίως, για τις χώρες από τις οποίες προέρχονται οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί. Επιτρέψτε μου να πω ότι οι συνέπειες αυτές είναι τουλάχιστον καταστροφικές, αν αναλογιστεί κανείς ότι δεν αφορούν μόνο την δημογραφική εξέλιξη των χωρών αυτών. Επηρεάζουν όμως απόλυτα την διαμόρφωση του εσωτερικού οικονομικού και κοινωνικού χάρτη, τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο από την απώλεια του ανθρώπινου δυναμικού εκείνου που προέρχεται από το ζωντανότερο και πιο δημιουργικό τμήμα του εθνικού τους σώματος, τις νεανικές ηλικίες κυρίως, το οποίο θα στήριζε την αναδιάρθρωση (υλική και πνευματική) αλλά και την απαραίτητη ιδεολογική ανανέωση της κοινωνίας. Εάν αναλύσουμε αυτά τα δεδομένα, θα καταλάβουμε ότι προφανώς, οι μετανάστες που αναζητούν μια «καλύτερη τύχη» και διακινδυνεύουν ακόμα  και την ζωή τους με τον συνωστισμό στις κύριες πύλες εισόδου (Ισπανία – Ιταλία – Ελλάδα) της Ευρώπης, δεν βρίσκονται εδώ με την θέληση τους, αλλά για να παλέψουν με όρους επιβίωσης.

Είναι πραγματικά πολύ ανόητο και πέρα από οποιαδήποτε λογική να πιστεύουν κάποιοι ότι με συρματοπλέγματα στα σύνορα, με διαχωρισμούς μεταξύ «νομίμων» και «παρανόμων», με διώξεις και με απελάσεις, μπορεί μια χώρα υποδοχής όπως η Ελλάδα, με τις ανύπαρκτες υποδομές και στην συγκεκριμένη χρονική περίοδο που διανύει, να αντιμετωπίσει μαζικές μετακινήσεις ολόκληρων πληθυσμών. Είναι επίσης ανόητο να ποινικοποιήσεις ένα παγκόσμιο κοινωνικό φαινόμενο με ανεξάντλητη δυναμική ή να προσπαθείς να το εκμεταλλευτείς πολιτικά (αναδεικνύοντας το με λάθος χειρισμούς) χωρίς να διαθέτεις συγκεκριμένο εναλλακτικό πλάνο αντιμετώπισης του. Προφανώς η Ευρωπαϊκή Ένωση, γιατί τελικά το μεταναστευτικό ζήτημα αποτελεί υπόθεση ολόκληρης της Ευρωπαϊκής κοινότητας, καλείται να αντιμετωπίσει σήμερα, τόσο τα αποτελέσματα της διαχρονικής αποικιοκρατικής σχέσης (πολιτικής, οικονομικής, στρατιωτικής, καταστροφής φυσικού πλούτου) με τους πληθυσμούς των χωρών από τις οποίες υποδέχεται αυτό το μεταναστευτικό ανθρώπινο  «κύμα», όσο και το τίμημα μιας πλαστής εικόνας οικονομικής ευμάρειας που αναπτύχθηκε στον σκληρό πυρήνα αλλά και στην περιφέρεια της.  Παράλληλα, για μια ακόμη φορά, αποδεικνύεται ότι, η ενωτική της πορεία δεν στηρίχτηκε στην πολιτική ενοποίηση και στην κοινωνική αλληλεγγύη, αλλά στην οικοδόμηση του μονοδιάστατου μοντέλου της «λειτουργικής άποψης», δηλαδή, της οικονομικής ενοποίησης με κάθε κόστος και της κυριαρχίας των αγορών μέσω της τελικής και πλήρους επικράτησης του νεοφιλελευθερισμού.  

Εάν κάνω την υπόθεση ότι, από την στιγμή που δεν διακρίνεται διέξοδο ή λύση στο μεταναστευτικό ζήτημα, τόσο επί του παρόντος όσο και επί του άμεσου μέλλοντος,  σε εθνικό και πανευρωπαϊκό επίπεδο, θα είμαι άραγε υπερβολικός να προβλέψω την πλήρη εντατικοποίηση του φαινομένου αυτού εν μέσω διεθνών πολιτικών εξελίξεων και εγχώριων κοινωνικών εκρήξεων;

 Έχουμε στην διάθεση μας ένα στατιστικό στοιχείο να αναλύσουμε και αυτό έχει να κάνει με την πολιτική (και δυστυχώς κοινωνική) ενδυνάμωση και αποπεριθωριοποίηση  των ακροδεξιών – εθνικιστικών πολιτικών υποκειμένων που θα ήταν λάθος να «μετρήσουμε» την κοινωνική τους απήχηση μόνο με την αυξανόμενη δυναμικότητα των εκλογικών ποσοστών τους, έτσι όπως αυτά καταγράφονται σε ολόκληρη την Ευρώπη. Κατά την γνώμη μου, τελεί υπό ιδεολογική διαμόρφωση, η συγκρότηση απόψεων από ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, που όσο βαθαίνει η κρίση θα προσεγγίζουν θεωρίες φυλετικής καθαρότητας, καθώς τέτοιου είδους θεωρίες βρίσκουν πάντα γόνιμο έδαφος σε εποχές οικονομικών κρίσεων και ανέχειας, αναδεικνύοντας συντηρητικά και αυτιστικά πολιτικά αντανακλαστικά, δημιουργώντας εκ νέου «συνθήκες Μεσοπολέμου».

Από την άλλη πλευρά, με ποιόν τρόπο να οικοδομήσεις μια βιώσιμη εναλλακτική πρόταση εάν αρνείσαι να εξετάσεις το συγκεκριμένο φαινόμενο στην ολότητα του, να εντάξεις στην κουβέντα ιστορικές παραμέτρους, όπως το γεγονός ότι πλέον δεν υπάρχουν αδιαμόρφωτα κρατικά σύνορα όπως ίσχυε έως τα τέλη του 18ου αιώνα, για να εκτρέψεις την ροή των μετακινήσεων. Επιπροσθέτως θεωρώ αδιανόητο να υπάρχει βιώσιμη και αποδεκτή λύση όταν σε πανευρωπαϊκό επίπεδο όχι μόνο υπάρχει άρνηση ανάληψης του πολιτικού κόστους μιας συζήτησης πάνω στα αίτια αναπαραγωγής του φαινομένου, αλλά συγχρόνως υιοθετούνται διεθνείς συνθήκες όπως η ΔΟΥΒΛΙΝΟ ΙΙ, που στην ουσία εγκλωβίζει και στοιβάζει τους μετανάστες στην Ευρωπαϊκή περιφέρεια και ιδιαίτερα στην χώρα μας, απαγορεύοντας την μετακίνηση τους (όπως και οι ίδιοι επιθυμούν) προς την Κεντρική Ευρώπη. Βρισκόμαστε ακόμα μακριά από την εποχή ανάληψης πολιτικών πρωτοβουλιών προς την κατεύθυνση της οργανωμένης υποδοχής, της δημιουργίας ενιαίου Ευρωπαϊκού πλάνου απορρόφησης των μετακινούμενων πληθυσμών σε κοινωνικό και πολιτιστικό επίπεδο και της απόδοσης ισότιμων εργατικών δικαιωμάτων, ώστε να εκλείψει η στυγνή εκμετάλλευση.   

Έχουμε αφεθεί στον ρόλο του απλού παρατηρητή μιας εξέλιξης που μέρα με τη μέρα αποδομεί πλήρως την εικόνα ενός κοινωνικού κράτους, ενός κράτους δικαίου και ισονομίας.  Ήδη, είμαστε θεατές μιας πρωτόγνωρης, αλυσιδωτής κοινωνικής έκρηξης, με απρόβλεπτα ακόμη αποτελέσματα, που συντελείται σε χώρες που ουσιαστικά συνορεύουν με τις «πύλες εισόδου» της Ευρώπης.  

Έτσι λοιπόν, ο όποιος «διάλογος» εξαντλείται στα πλαίσια των «δηλώσεων νομιμοφροσύνης» για την καταδίκη της αναποτελεσματικής (λόγω α-συνέχειας) κατάληψης της Νομικής σχολής Αθηνών. Λαθραίοι και παράνομοι διαχειριστές του «σύγχρονου ομαλού πολιτικού βίου» και πολιτικοί απόγονοι των ταγματασφαλιτών, σε αγαστή συνεργασία, απομονώνουν την κουβέντα στα πλαίσια μιας «Εθνικής Ιεράς Εξέτασης», που αναζητεί επειγόντως ένα νέο κύκλο εποχής στο «κάψιμο μαγισσών», αλλά και όσων διαφωνούν με την προβεβλημένη, καθεστηκυία άποψη, διαστρεβλώνοντας με πρόθεση την Ελληνική Ιστορία, αναζητώντας εκ νέου την αναβίωση της «κοινωνίας – στρατοπέδου». Θα χαρακτηρίσω αυτή την στρεβλή διαδικασία, ως το μέγιστο πολιτικό έλλειμμα  της «σύγχρονης Δύσης», το οποίο όσο θα διογκώνεται, όσο απλά θα καταγράφεται και θα διαμορφώνει την καθημερινότητα μας, τόσο τα φαινόμενα ρατσισμού, εκμετάλλευσης, και εκφασισμού των κοινωνιών θα εντείνονται, με εκατέρωθεν αρνητικά αποτελέσματα τόσο για τους γηγενείς, όσο και για τους μεταναστευτικούς πληθυσμούς, κοινωνίες που πιστέψτε με, δεν έχουν έρθει ακόμη αντιμέτωπες με τον χειρότερο εφιάλτη τους : Την λειτουργία τους, αποκλειστικά διά του ενστίκτου της επιβίωσης.

                                                      από το pontiki.gr