αλληλέγγυα οικονομία και βασικό εισόδημα

Το παρακάτω κείμενο είναι μια δουλειά του φίλου και συντρόφου ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΟΥΡΔΗ.
Αρκετά επίκαιρο λόγω των ημερών…

Εισαγωγή

Εδώ και πολλά χρόνια μια μερίδα της αριστεράς την απασχολεί η εξεύρεση εφικτών προτάσεων, άμεσα υλοποιήσιμων και αποδεκτών από την σημερινή κοινωνική πραγματικότητα, που να συμβάλλουν στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Μια από αυτές είναι και η εισαγωγή του «Βασικού Εισοδήματος». Η πρόταση προβάλλεται τόσο από ορισμένους κύκλους της αριστεράς όσο και από διάφορους ουμανιστές άλλων ιδεολογικών ρευμάτων πράγμα που δείχνει ότι θα μπορούσε να έχει ευρεία κοινωνική αποδοχή.

 Η πρόταση συζητείται σε πολλές μορφές. Στην Ελλάδα προτάθηκε από τον Συνασπισμό στην πλέον ήπια μορφή, ως ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα που δεν διασφαλίζει την αξιοπρεπή διαβίωση. Βέβαια η μορφή αυτή είναι και η μόνη τεχνικά εφικτή, εάν τεθεί ως προϋπόθεση η διατήρηση των υφιστάμενων κρατικών δομών.

 Εδώ ως «Βασικό Εισόδημα» νοείται μία χωρίς όρους χρηματική παροχή, πάνω από το όριο της φτώχειας και ως τέτοιο είναι εφικτό μόνον με συρρίκνωση της κρατικής εξουσίας, η οποία είναι το πλέον αντιπαραγωγικό τμήμα της οικονομίας και η οποία συρρίκνωση δύσκολα γίνεται αποδεκτή από την παραδοσιακή αριστερά.

 Τέλος προτιμήθηκε ο όρος «αλληλέγγυα οικονομία» για να εκφράσει  μια άλλη οικονομία, πέραν αυτής της εξουσίας του Κεφαλαίου, και έχει ως βασικά χαρακτηριστικά,  ότι υλοποιείται από τους πολίτες με ίδια πρωτοβουλία και διέπεται από την αρχή της αμοιβαιότητας, της συνεργατικότητας και της εμπιστοσύνης (δεν περιλαμβάνει την σχεδιαζόμενη κρατική οικονομία του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού).  


Η Κρίση του Κεφαλαίου

Τουλάχιστον από το 2008 έγινε φανερό ότι το Κεφάλαιο βρίσκεται σε μια κρίση που απειλεί τα θεμέλια του. Τα «πακέτα στήριξης» και οι «κρατικές εγγυήσεις» δεν φαίνεται να αποτρέπουν την κρίση καθ’ αυτή, παρά μόνο να μεταθέτουν τις συνέπειες του «πληθωριστικού πλασματικού Κεφαλαίου» στο Κράτος και μέσω αυτού άμεσα στους μισθωτούς. Ο κίνδυνος «πτώχευσης» του κράτους είναι μία μόνο από τις συνέπειες της κατάρρευσης του χρηματοοικονομικού συστήματος.

 

Κοινωνική πολιτική και κρίση

Τα αίτια της οικονομικής κρίσης πρέπει να αναζητηθούν αρκετά χρόνια πίσω, στην δεκαετία του 60. Το μοντέλο ανάπτυξης της εποχής το οποίο νοσταλγικά αποκαλείται ως εποχή της πλήρους απασχόλησης, – και που πολλοί πιστεύουν ότι με επαρκή «πολιτική βούληση» είναι πάλι εφικτό – έφθασε στα όρια του και κατέρρευσε μέσα από μια σειρά αιτιών όπως «πτώση της αύξησης παραγωγικότητας» και «αύξηση του κόστος Κεφαλαίου», που οδήγησαν σε πτώση της ανάπτυξης του Κεφαλαίου και του ποσοστού κέρδους.

 Εξ’ αιτίας αυτής της κρίσης, από τα τέλη της δεκαετίας του 70,  με βάση τις αρχές του λεγόμενου «Νεοφιλελευθερισμού» – ένα «ασταθές» Μοντέλο ανάπτυξης – το «Κεφάλαιο» περνάει στην αντεπίθεση. Στις απελευθερωμένες αγορές χρήματος οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι μέσω συμπίεσης της μισθωτής εργασίας, μείωσης των τιμών των πρώτων υλών και ενέργειας και μείωσης των κοινωνικών παροχών ώστε να καθίσταται πάλι δυνατή η αύξηση του ποσοστού κέρδους.

 Το αποτέλεσμα όμως οδήγησε σε ένα σύστημα, στο οποίο οι απαιτήσεις σε υπεραξία από Χρεόγραφα που διαπραγματεύονται  στις χρηματαγορές υπερβαίνουν τον συνολικό ποσό της υπεραξίας και το οποίο οδηγείται αναγκαστικά σε κατάρρευση. Όταν μεγάλος αριθμός επενδυτών διαπιστώνει  ότι οι απαιτήσεις – προσδοκίες δεν μετατρέπονται σε χρήμα δημιουργείται πανικός με αποτέλεσμα την συνολική κρίση, με πτωχεύσεις επιχειρήσεων και μείωση των διαθέσιμων δανείων από τις τράπεζες.

 Τελικά το τίμημα το πληρώνουν οι μισθωτοί. Η μοναδική δυνατότητα για το Κεφάλαιο να επανακτήσει το ποσοστό κέρδους είναι να μειώσει το κόστος μισθών, δηλαδή να πιέσει του μισθούς προς τα κάτω, και να περικοπούν οι κοινωνικές παροχές.

 Ας σημειωθεί ότι οι όποιες προσπάθειες έγιναν, να επανέλθει η Οικονομία της πλήρους απασχόλησης μέσω δημοσίων επενδύσεων απέτυχαν πλήρως.


Αμειβόμενη
και μη Αμειβόμενη Εργασία

 Η υπεραξία δεν πέφτει ως Μάννα από τον Ουρανό. Παράγεται από απλήρωτη Εργασία κάτω από τη κυριαρχία του Κεφαλαίου. Το Κεφάλαιο δεν είναι πράγμα ούτε απλώς χρήμα. Είναι η αναγκαστική σχέση ανάμεσα σε δύο τάξεις: Αυτών που κατέχουν τα μέσα παραγωγής και των μισθωτών, που είναι υποχρεωμένοι να πωλούν τις όποιες ικανότητές τους στην αγορά εργασίας. Οι κατέχοντες τα μέσα παραγωγής αγοράζουν  αυτές για να αποκομίσουν κέρδη από την χρήση τους.

 Το Κεφάλαιο όμως δεν βασίζεται μόνο στην εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας αλλά και σε άλλες μορφές απλήρωτης εργασίας όπως Οικιακή εργασία, Εργασία φοιτητών και μαθητών και εθελοντική εργασία.

 Επίσης το Κεφάλαιο και το σύστημα εκμετάλλευσης στηρίζεται επιπλέον στις επιδόσεις προηγούμενων γενεών, μέσα από την συσσωρευμένη γνώση, στις κοινωνικές-συλλογικές ικανότητες, και σε δομές οι οποίες δημιουργήθηκαν – και δημιουργούνται καθημερινά – χωρίς αντίτιμο. Πολλές από αυτές τις επιδόσεις δεν είναι μετρήσιμες και δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί το – θεωρητικό – αντίτιμο. Με την συσσώρευση του Κεφαλαίου η συσσωρευμένη γνώση αποτελεί την πραγματική παραγωγική δύναμη και η μηχανικά υποστηριζόμενη συνεργατική Δύναμη των μισθωτών, δεν είναι δυνατόν να αποτυπωθεί σε χρηματική αξία ή «μισθό».

 

Η εξουσία και ο εκβιασμός του Κεφαλαίου

 Θα πρέπει να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι η μισθωτή εργασία δεν είναι επιλογή αλλά ανάγκη. Με τις σημερινές συνθήκες σπάνια επιλέγει κάποιος να είναι μισθωτός εάν του παρέχεται εναλλακτική επιλογή. Για να αναγκασθεί κάποιος σε μισθωτή εργασία πρέπει να του αφαιρεθεί, η δυνατότητα να ζει χωρίς ή με μειωμένη μισθωτή εργασία. Σήμερα εκτός από την πραγματική μείωση των μισθών, η μείωση των κοινωνικών δαπανών συνεισφέρει επίσης σε αυτό. Για αυτή τη μείωση φροντίζει η κρατική εξουσία.

 Ο Μαρξ θεωρούσε ως προϋπόθεση της καπιταλιστικής παραγωγής την ύπαρξη του «βιομηχανικού εφεδρικού στρατού». Όταν οι άνεργοι αναγκάζονται να «πωλούνται» στο Κεφάλαιο με άθλιους όρους, μόνο τότε το Κεφάλαιο αποκτά την απόλυτη εξουσία και κυριαρχεί πλήρως.

 Επομένως ένα χειραφετημένο συνδικαλιστικό κίνημα, που θέλει να διευρύνει και να αναπτύξει τις ελευθερίες και όχι να διαχειριστεί διαφορετικά την εργασία, θα πρέπει να ενδιαφέρεται για την υποχώρηση της μισθωτής εργασίας. Οι εξαρτώμενοι από τον μισθό είναι ταυτόχρονα και εξαρτώμενοι από το Κεφάλαιο. Αντικαπιταλισμός σημαίνει επομένως και αγώνας ενάντια στην μισθωτή εργασία και αγώνας για την οικοδόμηση μιας άλλης προοπτικής, μιας εναλλακτικής πρότασης.  

 

Το παράλογο της επιστροφής στην πλήρη απασχόληση

 Η σημερινή κρίση δεν περιορίζεται μόνο στις παραπάνω οικονομικές εξελίξεις, αλλά συνυπάρχει με μια οικουμενικών διαστάσεων οικολογική κρίση, κυρίως σε ότι αφορά στις κλιματικές αλλαγές και στην ενέργεια. Από μόνη της η «οικολογική κρίση» θα αρκούσε να χαρακτηρίσει ανεδαφικό ένα πρόγραμμα επιστροφής στο κλασικό μοντέλο της πλήρους απασχόλησης μέσω της αέναης αύξησης της παραγωγής. Το υπάρχον σύστημα δεν μπορεί επίσης να αντέξει μείωση του χρόνου εργασίας. Μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς περικοπή μισθού σημαίνει ότι οι πιέσεις στο Κεφάλαιο θα υπέσκαπταν το ίδιο το πρόγραμμα. Μείωση του χρόνου εργασίας, με αναλογική μείωση μισθού ούτε θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως τέτοιο, ούτε διασφαλίζει την επιβίωση των μισθωτών.

 Επί πλέον για να αντιμετωπισθεί η οικολογική κρίση, πολλοί κλάδοι της οικονομίας θα πρέπει να μειώσουν την δραστηριότητα τους ή να καταργηθούν πλήρως. Μόνο μερικά παραδείγματα τέτοιων κλάδων, όπως βιομηχανία αυτοκινήτων και χημικών, έργων υποδομών (αυτοκινητόδρομοι κλπ), δείχνουν ότι πρόκειται για βασικούς κλάδους των ανεπτυγμένων χωρών. Η μείωση της δραστηριότητας στους παραπάνω τομείς, στο υφιστάμενο οικονομικό μοντέλο, θα συμπαρασύρει σχεδόν το σύνολο της Οικονομίας.     

 Εάν οι παραπάνω υπαρκτές και αναμφισβήτητες προκλήσεις, μας οδηγούν στην επίκληση του κράτους, δεν κάνουμε τίποτε άλλο από το να επαναλαμβάνουμε μια ψευδαίσθηση. Το κράτος δεν είναι ένας ουδέτερος μηχανισμός για να προγραμματίζει την παραγωγή. Είναι κυρίως ένας μηχανισμός εξαρτώμενος από την εκμετάλλευση και αξιοποίηση του Κεφαλαίου, διότι από εκεί προέρχονται τα έσοδά του, είναι δηλαδή δομικά εξαρτώμενο από το Κεφάλαιο. Σε μια Κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι ορίζουν συνειδητά την παραγωγή, εξακολουθούν μεν να υπάρχουν θεσμοί, αλλά όχι ένας αποκομμένος μηχανισμός όπως το κράτος που γνωρίζουμε σήμερα.

 

Βασικό εισόδημα και αλληλέγγυα Οικονομία

 Είναι επομένως επιτακτική ανάγκη για έναν αγώνα με όραμα την οικοδόμηση μιας αλληλέγγυας οικονομίας ενάντια στην μισθωτή εργασία. Συγχρόνως δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι ένα μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων θα πρέπει να συρρικνωθεί ή να καταργηθεί εντελώς.  Αυτός ο λόγος από μόνος του θα αρκούσε να αιτιολογήσει γιατί οι κοινωνικές παροχές θα πρέπει να αποκοπούν από την μισθωτή εργασία. Σε κάθε άλλη περίπτωση δεν είναι δυνατόν να κλονισθεί η εδραιωμένη αλλά ανέφικτη και παράλογη άποψη για διατήρηση και αύξηση των θέσεων εργασίας.

 Είναι δεδομένο επίσης ότι θα εξακολουθήσει να υπάρχει μια οικονομία «χρήματος». Βέβαια οι προτεραιότητες θα είναι η αύξηση της δωρεάν διάθεσης κοινωνικών αγαθών και υποδομών. Η οικοδόμηση όμως μιας αλληλέγγυας οικονομίας αποτελεί τον στόχο και προϋποθέτει ένα μεταβατικό πρόγραμμα. Εδώ υπεισέρχεται το «Βασικό εισόδημα».

 Το «Βασικό εισόδημα» θα πρέπει να καθορισθεί ως μια χρηματική παροχή για κάθε άτομο, και για να διασφαλίζει την αξιοπρεπή διαβίωση (που θα πρέπει να θεωρείται ανθρώπινο δικαίωμα) το ύψος της θα πρέπει να είναι πάνω από το όριο της φτώχειας, να διασφαλίζει δηλαδή τόσο την επιβίωση όσο και την συμμετοχή στην κοινωνία. Ταυτόχρονα είναι και η μοναδική χρηματική παροχή που ορίζεται από τις ανάγκες. Χορηγείται σε όλους και αφαιρείται από όλους εκείνους  που διαθέτουν επαρκή εισοδήματα με τρόπο που να μην καταργεί το κίνητρο αναζήτησης μισθωτής εργασίας ή άλλης δραστηριότητας. (π.χ. μέσω προοδευτικής αύξησης της φορολογίας).

 Το «Βασικό Εισόδημα» δεν είναι απλά ενίσχυση των χαμηλόμισθων. Αντίθετα ενισχύει τους εργατικούς και συνδικαλιστικούς αγώνες ώστε να μην γίνεται αποδεκτή η εργασία με άθλιες συνθήκες. Ο αλληλέγγυος αγώνας ενάντια στην μισθωτή εργασία και όποια πρακτικά βήματα στην αποσύνδεση του εισοδήματος από αυτήν θα μπορούσαν ίσως να βοηθήσουν ώστε τα συνδικάτα να ξεπεράσουν την αμυντική θέση που βρίσκονται εδώ και τριάντα χρόνια λόγω της δομικής ανεργίας.

 Η θεμελιακή κρίση του Κεφαλαίου αχρηστεύει κάθε κλασική οικονομική πολιτική ανάπτυξης, ακόμα και αυτές που ονομάζονται «πράσινες», ή κάποιες οικονομικές πολιτικές «μη αναπτυσσόμενου Καπιταλισμού» που ακούγονται τελευταία, για να είναι συμβατές με την οικολογική κρίση. Εκείνο που φαίνεται αναγκαίο είναι ένα μεταβατικό πρόγραμμα που δίνει κατεύθυνση στον μετασχηματισμό της παραγωγής και της διανομής προς μια οικονομία των κοινών αγαθών. Ο αγώνας για το «Βασικό Εισόδημα» σέβεται την αξιοπρέπεια των ανέργων και δεν τους αντιμετωπίζει ως επιχείρημα για την πλήρη απασχόληση (όπως π.χ. τα συνδικάτα). Οι πολιτικές εργασίας όπως αυτή της κρατικής γραφειοκρατίας (π.χ. με τους θρασείς  ορισμούς επιχορηγούμενων και χρηματοδοτούμενων δραστηριοτήτων) και της  νεοφιλελεύθερης οικονομική πολιτικής (που επιδιώκει αλλαγή του τρόπου ζωής π.χ. προγράμματα μετεκπαίδευσης)  παύουν να έχουν νόημα με το «Βασικό εισόδημα».

 Σε κάθε περίπτωση όμως δεν θα πρέπει να θεωρήσομε το «Βασικό εισόδημα» ως πανάκεια, αλλά απλώς ως ένα μέσο εφαρμόσιμο στο σημερινό σύστημα που θα βοηθήσει τον κοινωνικό μετασχηματισμό και την δημιουργία νέων κοινωνικών και οικονομικών δομών.  

 

Η Υπέρβαση της Πατριαρχίας

 Μια Αλληλέγγυα Οικονομία δεν θα πρέπει να συντηρεί την «πατριαρχική διάκριση μεταξύ «σημαντικής» και «ασήμαντης» εργασίας. Αντιλήψεις όπως «το μοίρασμα της δουλειάς στο σπίτι» και η εξίσωση μισθών μεταξύ των δύο φύλων δεν είναι ικανές να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα και προσομοιάζουν στις αντιλήψεις υπέρβασης του καπιταλισμού με την συμμετοχή των συνδικάτων στα διοικητικά συμβούλια των μεγάλων εταιρειών.

 Η ουσία της Πατριαρχίας βρίσκεται στην αντίληψη ότι ορισμένες δραστηριότητες και ενασχολήσεις ορίζονται ως ασήμαντες διότι δεν πληρούν τα κριτήρια της ανταγωνιστικότητας των αγορών και έχει την βάση της στην διάκριση των φύλων που δεν περιορίζεται μόνο στις πραγματικές βιολογικές διαφορές. Η πραγματική κριτική της πατριαρχίας θα πρέπει να θέσει υπό αμφισβήτηση την ουσία της διάκρισης.

 Ο βασικός πυρήνας και το αποτέλεσμα της Πατριαρχίας είναι ο διαχωρισμός της οικονομικής δραστηριότητας σε «επιχειρήσεις» και «νοικοκυριά». Οι μεν επιχειρήσεις παράγουν για την αγορά με σκοπό την υπεραξία (κέρδος) και έχουν ανάγκη ένα  αποκομμένο «νοικοκυριό» όπου αναπαράγεται εκπαιδεύεται κλπ, η αναγκαία για το Κεφάλαιο εργατική δύναμη μέσα από την «αγάπη της γυναίκας» (ή / και της μετανάστριας). Η Αγορά και το Κεφάλαιο δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν αυτόνομα. Χρειάζονται το «Άλλο», το οποίο αναγκαστικά θα πρέπει διαδραματίζει έναν υποδεέστερο ρόλο ενώ στην ουσία είναι η βάση της Αγοράς και του Κεφαλαίου.

 Για να σπάσει αυτός ο σκληρός πυρήνας της Πατριαρχίας θα πρέπει να γίνει μια υπέρβαση στην κυριαρχία της Αγοράς και του Κεφαλαίου. Δεν αρκεί η επαναδιανομή της εργασίας. Το πλύσιμο των πιάτων θα εξακολουθεί να θεωρείται ασήμαντο και υποβιβασμένο, άσχετα αν εκτελείται από (βιολογικά) άνδρες ή γυναίκες. Επίσης δεν θα παύσει να ισχύει αυτόματα ούτε σε μια αλληλέγγυα οικονομία, όσο διαρκεί η καπιταλιστική μορφή της επιχείρησης – αυτοδιαχειριζόμενη ή μη – που εξακολουθεί να είναι αποκομμένη από το «νοικοκυριό».    

 Το «Βασικό Εισόδημα» εξασθενεί τουλάχιστον μερικώς τους εξαναγκασμούς της αγοράς και την εξουσία του Κεφαλαίου πάνω στον ορισμό / διαχωρισμό της «σημαντικής» και της «ασήμαντης»  εργασίας. Επιπλέον προασπίζει από τον κομματικό ή πολιτικό προσδιορισμό για το τι είναι «κοινωνικά χρήσιμο» και το τι είναι διασκέδαση.

 
Η διαδρομή ανοίγει τους δρόμους

 Το «Βασικό Εισόδημα» επιτρέπει την μερική μόνο αποκοπή από τους εξαναγκασμούς και την εξουσία του Κεφαλαίου και των αγορών. Είναι όμως προφανές ότι στην εξέλιξή του πλήττει επίσης την βάση της χρηματοδότησης του «Βασικού Εισοδήματος» δηλαδή το Κεφάλαιο. 

 Όσο υπάρχει συσσώρευση Κεφαλαίου και Αγορές, υπάρχει επίσης και η χρηματοδοτική βάση για το «Βασικό Εισόδημα».  Μένει να εξετασθούν οι διάφοροι τρόποι υλοποίησης.

 Όποιος υποστηρίζει ότι η χορήγηση του «Βασικού Εισοδήματος» καθιστά αδύνατη την σχεδιασμένη κοινωνική παραγωγή, είναι σαν να υποστηρίζει, ότι οι εξουσιαστικές σχέσεις είναι αναγκαίες από την φύση του Ανθρώπου και δεν είναι δυνατόν να ξεπεραστούν. Αυτό όμως δεν είναι δυνατόν υποστηρίζεται ως «αριστερή θέση» παρά μόνον ως δεξιά ιδεολογία η οποία  έχει ανάγκη μια στρεβλή εικόνα για τον Άνθρωπο και τις δραστηριότητές του. Πέρα από το γεγονός ότι ένα σημαντικό μέρος της εργασίας παρέχεται ήδη απλήρωτη, η κινητήρια δύναμη στο μεγαλύτερο μέρος της μισθωτής εργασίας είναι η απλήρωτη δημιουργικότητα των μισθωτών. Στην πραγματικότητα ο Άνθρωπος αντιδρά στις αναγκαιότητες λύνοντας προβλήματα αυτοβούλως και σε συνεργασία, όπως επιτάσσει η φύση του (και αποδεικνύει η βιολογική εξέλιξη) καθημερινά ακόμη και στην καπιταλιστική πραγματικότητα.

 Το «Βασικό Εισόδημα» θα πρέπει να είναι στις βασικές προτεραιότητες αριστερής πολιτικής, διότι παρέχει την βάση και την προοπτική για την οικοδόμηση μίας αλληλέγγυας αυτοδιαχειριζόμενης και συνεργατικής οικονομίας.

 Η ανάπτυξη μιας τέτοιας οικονομίας από μόνη της δεν θα έχει υποχρεωτικά ευεργετική επίδραση στην απελευθέρωση του ανθρώπου. Σε συνθήκες αγοράς συνήθως οξύνει τον εξαναγκασμό σε εργασία (και σε αυτοεκμετάλλευση). Ακόμη και μια απόλυτα αλληλέγγυα Οικονομία χωρίς την «άνευ όρων» κοινωνική εξασφάλιση είναι εύκολο να οδηγήσει σε καταπίεση ή σε εμμονές παραγωγής και αλληλεξαρτήσεων. Το Βασικό εισόδημα σε μορφή που θα προκύψει σε τέτοιες οικονομίες είναι εκείνο που θα εγγυάται την πραγματική ελευθερία, θα καθιστά δυνατή την δημιουργικότητα και θα επιτρέπει την αλλαγή των εξαρτήσεων.

 Επίσης θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε, ότι το «Βασικό εισόδημα» δεν είναι ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα για το μέλλον,  αλλά μια άμεση ανάγκη και ότι τα διάφορα μοντέλα χρηματοδότησής του δεν είναι το πρόβλημα. Η ίδια η ζωή μας και το τέλος της εξουσίας του Κεφαλαίου δεν είναι δυνατόν να είναι αντικείμενο χρηματοδότησης μόνο. Η καθιέρωσή του απαιτεί κοινωνικούς αγώνες για να υποχωρήσει η εξάρτησή μας από το Κεφάλαιο και τον μισθό και να δημιουργηθεί χώρος για μια αλληλέγγυα οικονομία. Η πλήρης απασχόληση προσομοιάζει σε φυλακή και μάλιστα του χθες. 

 Αυτό δεν σημαίνει, ότι άνθρωποι οι οποίοι μεταξύ τους παρέχουν ένα εγγυημένο εισόδημα και μάχονται το κράτος και το Κεφάλαιο θα συμπεριφερθούν με τον τρόπο που θα ήθελαν οι αριστεροί διανοητές, οι ηγεσίες των συνδικάτων ή οι αριστερές οργανώσεις. Η απελευθέρωση δεν είναι δυνατόν να προδιαγραφεί και αυτό θα πρέπει να το έχομε μάθει από την ιστορία. Εμείς μπορούμε μόνο να ευνοήσομε τις προϋποθέσεις για την δυνατότητα της απελευθέρωσης, πράγμα που ήδη θα ήταν αρκετό.

Δημήτρης Σούρδης.

η κρίση αναδεικνύει την σημασία των κινημάτων.

Από την Ελευθεροτυπία, ένα από τα καλύτερα άρθρα που έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό.

Του ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ Καθηγητή στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

«Πολλά έχουν γραφτεί τον τελευταίο καιρό για το έλλειμμα στους θεσμούς οικονομικής πολιτικής της Ε.Ε.

Οτι στην Ε.Ε., σε αντίθεση με το τι ισχύει σε άλλες νομισματικές ενώσεις, δεν υπάρχει ένας ισχυρός προϋπολογισμός όχι μόνο για λόγους σταθεροποίησης αλλά για να εκφραστεί έμπρακτα η αλληλεγγύη μεταξύ των ευρωπαϊκών λαών με την παροχή βοήθειας στις περιοχές που πλήττονται περισσότερο από μια ύφεση. Οτι δεν υπάρχει μια ενεργός δημοσιονομική πολιτική στο επίπεδο της Ε.Ε. που θα μπορούσε να πάρει υπόψη τις οικονομικές συνθήκες που επικρατούν σε ολόκληρη την Ενωση. Οτι η ΕΚΤ ασχολείται μόνο με τον πληθωρισμό και όχι τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας.

Είναι λογικό στην παρούσα φάση να έχει κάπως ξεχαστεί το άλλο έλλειμμα της Ε.Ε. που έχει να κάνει με τη δημοκρατία. Μόνο που αυτά τα δύο ελλείμματα συνδέονται άμεσα.

Να ξεκαθαρίσουμε πρώτα από όλα ότι το δημοκρατικό έλλειμμα δεν έχει να κάνει με την επιβολή οικονομικής πολιτικής από τις αγορές, από τους οίκους αξιολόγησης, από τις διάφορες επιτροπές της Ε.Ε. ή του ΔΝΤ. Αυτά που ακούγονται, για παράδειγμα περί κατοχής της Ελλάδας, απέχουν πολύ από την πραγματικότητα. Οι διάφορες συνθήκες, όπως το Σύμφωνο Σταθερότητας, ή ο ρόλος διαιτησίας των χρηματαγορών, δεν συνιστούν επιβολή γιατί έχουν συνομολογηθεί και προαποφασιστεί οικειοθελώς τα τελευταία είκοσι χρόνια από τις δυνάμεις της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς.

Αποτέλεσαν συστατικά στοιχεία της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης. Οπως συστατικά στοιχεία αποτέλεσαν οι «ανεξάρτητες» αρχές, η υποβάθμιση των συνδικάτων, η λειτουργία της τοπικής αυτοδιοίκησης ως επιχειρήσεων που θα ανταγωνίζονται η μία την άλλη για την προσέλκυση δημόσιων πόρων και ιδιωτικών κεφαλαίων.

Στην κυρίαρχη άποψη η δημοκρατία αποτελεί μέρος του προβλήματος γιατί εμποδίζει την ευελιξία των αγορών. Η αγορά δουλεύει καλύτερα χωρίς τις παρεμβάσεις των κακών συνδικάτων και των κοινωνικών («συντεχνιακών») ομάδων, που ενδιαφέρονται μόνο για να μεγιστοποιήσουν το δικό τους μερίδιο της πίτας και όχι για την αύξηση της πίτας. Βέβαια, σε αυτή τη σύλληψη δεν ισχύει κάτι παρόμοιο για ισχυρές ομάδες πίεσης όπως οι τράπεζες, οι πολυεθνικές και το κεφάλαιο στο σύνολό του.

Κατά το νεοφιλελεύθερο σκεπτικό, αυτές οι ομάδες δεν συνιστούν συντεχνίες αλλά το δυναμικό κομμάτι της κοινωνίας, που τα συμφέροντά τους αντιπροσωπεύουν το συμφέρον όλης της κοινωνίας που δεν θα αργήσει να κερδίσει από τη χειραφέτηση των αγορών. Με αυτό τον τρόπο οι οικονομικοί θεσμοί της Ε.Ε. οικοδομήθηκαν με την υπόθεση ότι το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ενωση είναι ο πληθωρισμός και ότι δεν υπάρχει λόγος για θεσμούς που θα αντιμετώπιζαν την ύφεση.

Τώρα ξέρουμε αυτό που έπρεπε να ήταν γνωστό εκ των προτέρων, δηλ. ότι η καπιταλιστική οικονομία έχει μια εγγενή τάση για κρίσεις. Ξέρουμε, επίσης, ότι η οικονομία δεν είναι σταθερή, με την έννοια ότι δεν επιστρέφει με τις δικές τις δυνάμεις σε ισορροπία έπειτα από έναν κλυδωνισμό. Χρειάζεται σημαντικότατη στήριξη από το κράτος. Αλλά ακριβώς για αυτό το λόγο μπαίνει το θέμα της δημοκρατίας. Γιατί η επιστροφή σε κάποια ισορροπία μπορεί να πάρει πολλές μορφές, δεν υπάρχει, δηλαδή, μια μοναδική διαδρομή επιστροφής. Αντιθέτως υπάρχουν διαφορετικές διαδρομές, ή τροχιές ανάκαμψης, και η κάθε μία από αυτές με πολύ διαφορετικές συνέπειες για τις θέσεις εργασίας που δημιουργούνται, για το μερίδιο της εργασίας και του κεφαλαίου, για την αναδιανομή του εισοδήματος, για τον τύπο ανάπτυξης που προωθείται.

Ποιος αποφασίζει για όλα αυτά; Η μία απάντηση είναι οι διεθνείς αγορές. Κάθε φορά που οι αγορές κρίνουν ότι μια χώρα δίνει πολύ μεγάλη έμφαση στις θέσεις εργασίας ή στη στήριξη των εισοδημάτων των λαϊκών τάξεων, οι αγορές πωλούν τα κρατικά ομόλογα της χώρας με αποτέλεσμα οι τιμές των ομολόγων να πέφτουν και τα επιτόκια να ανεβαίνουν. Οι αγορές αυξάνουν το κόστος συγκεκριμένων λύσεων – έτσι λειτουργεί ο μηχανισμός πειθάρχησης των αγορών. Οπως λέει και ο Chomsky, στις σύγχρονες καπιταλιστικές οικονομίες οι χρηματαγορές «ψηφίζουν» αμέτρητες φορές κάθε μέρα ενώ εμείς οι υπόλοιποι μία φορά στα τέσσερα χρόνια. Αυτός ο μηχανισμός πειθάρχησης θα είχε μια στοιχειώδη νομιμοποίηση αν όντως υπήρχε μια μοναδική τροχιά ανάκαμψης. Αλλά κάτι τέτοιο απλώς δεν ισχύει.

Στην οικονομική κρίση της δεκαετίας του εβδομήντα οι νεοφιλελεύθεροι επιχειρηματολόγησαν κατά της δημοκρατίας. Η κρίση κερδοφορίας εκείνης της εποχής αποδόθηκε στις κοινωνικές ομάδες που πίεζαν υπέρ των κοινωνικών παροχών και του κοινωνικού κράτους γενικότερα, και στο ρόλο διαμεσολάβησης που είχαν τα συνδικάτα στη διαμόρφωση μακροοικονομικής πολιτικής.

Η υπόσχεσή τους ήταν ότι με λιγότερη πίεση, και με λιγότερη διαμεσολάβηση, η χειραφετημένη αγορά θα μας οδηγούσε σε μια νέα περίοδο οικονομικής ευημερίας. Αυτή είναι η μεγάλη υπόσχεση που διαψεύστηκε σε δύο επίπεδα. Από τη μία, δεν οδηγηθήκαμε στη μακροοικονομική σταθερότητα, και από την άλλη, στο μικροοικονομικό επίπεδο, η αγορά δεν εξασφάλισε ότι οι οικονομικοί πόροι θα πάνε εκεί που έπρεπε. Αντί για επενδύσεις στην πραγματική οικονομία και την εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών, είχαμε την τροφοδότηση διαφόρων φούσκων, στα χρηματιστήρια, στις αγορές ακινήτων, στα νέα χρηματοπιστωτικά προϊόντα.

Η απάντηση στην κρίση του εβδομήντα έπρεπε να ήταν όχι η χειραφέτηση της αγοράς αλλά, αντιθέτως, η εμβάθυνση της δημοκρατίας και της κοινωνικής διαμεσολάβησης, και η κοινωνικοποίηση των επενδύσεων. Οι δυνάμεις του κόσμου της εργασίας πρέπει να ξαναβρούν το νήμα από αυτό το σημείο. Δεν φτάνει μόνο η προώθηση διαφορετικών οικονομικών πολιτικών και θεσμών στο επίπεδο του κράτους και της Ε.Ε. Χωρίς το λαϊκό στοιχείο, χωρίς την άμεση πίεση των συνδικάτων και των κινημάτων, οι διαφορετικοί θεσμοί μπορεί να εξελιχθούν σε νεκρό γράμμα.

Πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο η σοσιαλδημοκρατία στηρίχτηκε στο εγχείρημα της επέκτασης της δημοκρατίας από το πολιτικό στο κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Είναι η ώρα η σύγχρονη αριστερά να ξαναδιατυπώσει την αρχή ότι η δημοκρατία είναι μέρος της λύσης.»

τα μέτρα της κυβέρνησης δημιουργούν νέες «τράπεζες αίματος».

από το in.gr « τα μέτρα περιλαμβάνουν περικοπή ύψους 30% στον 13ο μισθό (Δώρο Χριστουγέννων) και 30% στον 14ο μισθό (Δώρο Πάσχα και επίδομα άδειας), καθώς και περικοπή 12% στα επιδόματα των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων των ΔΕΚΟ.

Οι συντάξεις να «παγώνουν» για το 2010 και να μην συμπεριλαμβάνονται στις περικοπές του 30%.

 Αύξηση του ΦΠΑ από 19% σε 21% και στα χαμηλά κλιμάκια από 4,5% σε 5% και από 9% στο 10%.

Ακόμη, προβλέπεται 20% αύξηση των φόρων σε ποτά και τσιγάρα. Όσον αφορά στα καύσιμα, η βενζίνη αναμένεται να αυξηθεί κατά 0,8 ευρώ και κατά 0,3 ευρώ το πετρέλαιο, ενώ δεν θα υπάρξει αύξηση στο πετρέλαιο θέρμανσης.

Από τις μισθολογικές περικοπές αναμένεται ότι θα υπάρξουν έσοδα περί τα 700 εκατομμύρια ευρώ, ενώ συνολικά από τα μέτρα η κυβέρνηση αναμένει επιπλέον εξοικονόμηση 4,8 δισ. ευρώ τα οποία θα προκύψουν κατά 50% από την επιβολή νέων φόρων και κατά 50% από την περιστολή δαπανών.

Συνέντευξη Τύπου θα δώσει ο υπουργός Οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου για να εξειδικεύσει τις κυβερνητικές αποφάσεις. Παράλληλα, ο πρωθυπουργός θα έχει συνάντηση με τους παραγωγικούς φορείς, προκειμένου να τους ενημερώσει για τα μέτρα.»

Αυτά είναι κάποια από τα νέα μέτρα που ανακοίνωσε ο αντιεξουσιαστής πρωθυπουργός, κατά την επίσκεψη του στον πρόεδρο της «Ελληνικής Δημοκρατίας» (από εδώ και πέρα πάντα σε εισαγωγικά οι συγκεκριμένες λέξεις). Γιατί δεν νομίζω ότι το συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα έτσι όπως αυτό έχει διαμορφωθεί, παρουσιάζει κάποια ομοιότητα  με αληθινό  Δημοκρατικό πολίτευμα. Ενα ακόμη δείγμα των παραπάνω, αποτελεί το γεγονός, ότι το σημερινό πολιτικό συμβούλιο που συγκάλεσε εκτάκτως ο πρωθυπουργός, θα πραγματοποιηθεί κεκλεισμένων των θυρών. Τελείωσε άδοξα η προσπάθεια«ανοικτής διαβούλευσης» με την κοινωνία.

Αν και δεν είμαι οικονομολόγος, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι τα μέτρα αυτά οδηγούν την χώρα σε βαθιά οικονομική ύφεση, με τελικό αποτέλεσμα την όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Οι επιπτώσεις τους στην καθημερινή οικονομία θα αλλάξει ραγδαία τους ρυθμούς της ζωής μας. Η κίνηση το καθημερινού εμπορίου θα συμπιεστεί επικίνδυνα, ενώ οι περικοπές μισθών και οι έμμεσοι φόροι (αύξηση Φ.Π.Α., αυξήσεις σε καύσιμα, τσιγάρα, ποτά, αυξήσεις στα τιμολόγια ΔΕΚΟ) θα επιφέρουν επιπλέον συρρίκνωση στην αγοραστική δύναμη του απλού καταναλωτή, λόγω της πολλαπλής μείωσης του μηνιαίου εισοδήματος. Είναι σίγουρο ότι οι περικοπές και το πάγωμα μισθών θα μεταφερθούν και στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, είτε με απευθείας εκβιασμούς για απολύσεις από την πλευρά της εργοδοσίας, είτε με σιωπηρή επιμήκυνση του νομίμου ωραρίου εργασίας χωρίς περαιτέρω αμοιβές (πράγμα το οποίο ήδη ισχύει). Αναμένεται αύξηση της ανεργίας και νομιμοποίηση του εργασιακού μεσαίωνα. Ο λύκος (Σ.Ε.Β.) στην αναμπουμπούλα χαίρεται.

Η «περιστολή δαπανών» στον δημόσιο τομέα, σημαίνει περαιτέρω υποβάθμιση των υπηρεσιών του κράτους προς τον πολίτη σε τομείς όπως η υγεία, η παιδεία, η κοινωνική ασφάλιση. Ανοίγει έτσι διάπλατα ο δρόμος της εκμετάλευσης από τον ιδιωτικό τομέα στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών προς τον πολίτη λόγω αδυναμίας στήριξης του από το σύγχρονο νεοελληνικό κράτος.  Φυσικά, το συγκεκριμένο «είδος παροχής» θα αφορά αποκλειστικά όσους διαθέτουν μια ανάλογη οικονομική επιφάνεια, ενώ για όλους τους υπόλοιπους «είναι καθαρά θέμα τύχης και προσευχής». Στόχος η εκποίηση της δημόσια περιουσίας και η μεταφορά του δημόσιου πλούτου στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Οσο ο κρατικός τομέας θα συρρικνώνεται, τόσο ο ιδιωτικός τομέας θα γιγαντώνει, δημιουργώντας μονοπώλια σε όλους τους τομείς του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου.

Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω με ποιό τρόπο θα βοηθηθούν όσοι συμπολίτες μας  βρίσκονται παγιδευμένοι από δάνεια και ακάλυπτες επιταγές. Πως θα διευκολυνθούν με την περικοπή μιθών και την επιβολή νέων φόρων, στο να εξυπηρετήσουν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, ή να συνεχίσουν την ομαλή εξόφληση των υποχρεώσεων προς τις τράπεζες.

Πως θα μπορέσει το λιανικό εμπόριο, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις να στηρίξουν τον ήδη καταρρακωμένο κύκλο εργασιών τους. Πως θα κινηθεί η αγορά την περίοδο του Πάσχα. Πως θα ενισχυθεί η μικρομεσαία επιχείρηση στον καθημερινό «ανταγωνισμό» με τις πολυεθνικές αλυσίδες καταστημάτων. Με την δε περικοπή επιδομάτων είμαι περίεργος να δω πως θα κινηθεί ο τουρισμός -η βαριά βιομηχανία της χώρας- κατά την περίοδο των διακοπών.

Ενα επίσης πολύ σημαντικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι αυτά τα μέτρα φαίνεται να μην είναι παροδικά, να μην έχουν βραχυπρόθεσμη διάρκεια. Μπαίνουμε ολοταχώς σε περίοδο μακροχρόνιας, παρατεταμένης ύφεσης, προς όφελος όλων όσων έχουν την απαραίτητη επάρκεια κεφαλαίου για να κινηθούν αναλόγως με στόχο την περαιτέρω συσσώρευση του. Πρόκειται για την μεγαλύτερη απόπειρα αναδιανομής πλούτου τόσο σε προσωπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο.

Και όλα αυτά για να εξευμενιστούν και να επωφεληθούν οι παγκοσμιοποιημένες αγορές. Εχθές το βράδυ παρακολούθησα την εκπομπή ΕΡΕΥΝΑ του Παύλου Τζίμα. Με συγκλόνισε η απίστευτα κυνική ομολογία δημοσιογράφου των Financial Times, συνοδευόμενης μετά χαμόγελου γεμάτο αυταρέσκεια, ότι «όταν οι αγορές μυριστούν αίμα, τρέχουν να εκμεταλλευτούν την περίσταση, να επωφεληθούν της αδυναμίας». Αρα σωστά να υποθέσω ότι οι αγορές τρέφονται με αίμα, με το αίμα μας!  Ποιός έδωσε το δικαίωμα στον Πρωθυπουργό της χώρας να πουλάει το αίμα μας στην αγορά, για να καλυφθούν οι χρόνιες παθογένειες των διαχειριστικών επιλογών που προηγήθηκαν. Να το μεταφέρει ως λάφυρο στις ειδικά διαμορφωμένες «τράπεζες αίματος» της παγκοσποιημένης αγοράς.  Επιπλέον, πρέπει να καταλάβει ο Ελληνικός λαός, ποιός έχει την ευθύνη για την αφαίμαξη αίματος που πρόκειται να μας γίνει. Να δω ονόματα κομμάτων και ονόματα προσώπων στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, όταν μαζεύεται ο κόσμος το πρωί στα περίπτερα της χώρας για να ρίξει μια βιαστική ματιά στην ειδησεογραφία της ημέρας. Για να τους περιλάβει η στιγμιαία θυμοσοφία του απλού λαού. Και μέσω αυτής να ακολουθήσει η συνηδειτοποίηση του λάθους επιλογής στήριξης σε ψεύτικες προεκλογικές παροχολογίες, εν ήδοι μεταφυσικής προσμονής. Ολοι οι υπεύθυνοι μετά την μεταπολίτευση, όχι τα τελευταία πέντε χρόνια μόνο, όλοι όσοι μας οδήγησαν στο τραπέζι του Προκρούστη.

Και επιτέλους, μα επιτέλους, στον θεό που πιστεύετε, η Αριστερά πρέπει να ξεπεράσει τις εσωτερικές της αδυναμίες και να συντονίσει την δημιουργία ενός πανευρωπαικού και πανελλήνιου λαικού μετώπου αντίστασης απέναντι στα μέτρα και στο νεοβάρβαρο σύμφωνο σταθερότητας. Να σταθεί δίπλα στον απλό λαό. Δεν αγωνιστήκαμε για αυτή την Ευρώπη, δεν ματώσαμε για αυτή την Ελλάδα. Τώρα όμως, ας βιαστούμε, πριν το κόμμα του Καρατζαφύρερ αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική ζωή του τόπου και πριν οι νεοφασιστικές ομάδες αποκτήσουν την πρωτοβουλία των κινήσεων, επιχειρώντας να εκφράσουν τα συναισθήματα οργής του απλού κόσμου. Η κοινωνική ανέχεια, η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν σημαίνει ότι οπωσδήποτε οι κοινωνικές εξελίξεις που θα ακολουθήσουν θα οδηγηθούν a priori σε προοδευτική και αριστερή κατεύθυνση, εάν το πολιτικό υποκείμενο που καλείται να συντονίσει την όλη προσπάθεια, είτε αργήσει να αντιδράσει, είτε φανεί ελλειμματικό στην οργάνωση του.

 Οπως η φύση δεν αφήνει κενά, έτσι και η εν γένει λειτουργία της πολιτικής όταν συντελείται σε περιβάλλον κοινωνικής αποσταθεροποίησης επίσης δεν αφήνει κενά. Εαν δεν συμπληρώσουμε εμείς σαν Αριστερά αυτό το κενό, τότε αλοίμονο μας !!!

μποϋκοτάζ στις εταιρείες που στηρίζουν την οικονομία του ισραήλ.

 Σε μια συζήτηση που είχα με έναν φίλο, ειπώθηκε η άποψη ότι είναι δύσκολο να προσφέρουμε εμείς οι απλοί Ελληνες πολίτες κάτι ουσιαστικό στον Παλαιστινιακό λαό. «Πως μπορούμε να παρέμβουμε εμείς σαν απλοί πολίτες από τόσο μακριά; ». Επειδή διαφωνώ καθέτως και οριζοντίως με την συγκεκριμένη άποψη…ορίστε  ένας καλός τρόπος για να κάνουμε κάτι. Να μποϋκοτάρουμε τις εταιρείες που στηρίζουν την οικονομία και τον στρατό του Ισραήλ. Θα μου πείτε «είμαστε μικρή αγορά». Δεν πειράζει, ας ξεκινήσουμε έτσι πρώτα, ο καθένας μόνος του και όλοι μαζί, μπορούμε να στείλουμε το μήνυμα εκεί που πρέπει. Στην προκείμενη περίπτωση είναι το πιο δυνατό συλλογικό όπλο αντίδρασης που διαθέτουμε.

untitled-3

 

untitled-22 

untitled-21

untitled3

untitled4

μαθήματα απλής οικονομίας.

Ο εκτελεστικός Αντιπρόεδρος της MIG κ. Βγενόπουλος έχει εργοδότη τον εμίρη του Ντουμπάι. Γι’ αυτού τα συμφέροντα εργάζεται. Ωραία μέχρι εδώ. Ο Γιώργος Παπανδρέου όμως πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και της ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ που υποτίθεται ότι «εργάζεται για το κοινό όφελος», πως γίνεται να συντάσσεται με τα συμφέροντα του κεφαλαίου; Είναι γνωστό οτι συναντήθηκαν για να «ανταλάξουν απόψεις» πάνω στην οικονομική κρίση. Και οι δύο πρότειναν «πάγωμα των δόσεων» για τους δανειολήπτες λες και τη στιγμιαία οικονομική ανακούφιση που σπεύδουν να προσφέρουν δεν θα κληθούμε να την πληρώσουμε με το πάρα πάνω αφού με απλούς υπολογισμούς το σύνολο της αποπληρωμής επιβαρύνεται ακόμα περισσότερο!  Ένα κεφάλαιο 100.000, εκταμιευμένο το 2006, με επιτόκιο 5% και περίοδο χάρητος 12 μήνες, θα αυξηθεί με 4,86% αν γίνει πάγωμα των δόσεων.  Είναι λογικό ο κ. Βγενόπουλος να υπερασπίζεται τα συμφέροντα των τραπεζών. Ο Γιώργος παπανδρέου όμως, τελικά ποιανών συμφέροντα υπερασπίζεται; Οταν σε όλο το κόσμο, λόγω ύφεσης, τα επιτόκια πέφτουν για να ωφεληθούν όσοι έχουν υποχρεώσεις σε τράπεζες, στην Ελλάδα αυξάνονται για να μην ζημιωθούν οι τράπεζες. Το πάγωμα των δόσεων για ένα χρόνο σε συνθήκες ανεξέλεγκτης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης πόσο μπορεί να εξασφαλίσει στον δανειολήπτη ότι μετά από ένα χρόνο θα μπορέσει να τα καταφέρει στην πληρωμή μεγαλύτερων δόσεων; Γιατι τελικά μετά το «πάγωμα», και το ποσό των δόσεων αυξάνεται, αλλά και το συνολικό ποσό του δανείου που καλείται να πληρώσει ο δανειολήπτης είναι μεγαλύτερο του συμφωνηθέντος αρχικού ποσού. Δείτε το παράδειγμα…

Κεφάλαιο: 100.000

 

 

Διάρκεια: 20 έτη

 

 

Επιτόκιο: 5,2%

 

 

Εκταμίευση: 6/11/2006

 

 

περίοδος χάριτος: 12 μήνες

 

 

 

 

ΜΕ ΠΑΓΩΜΑ ΔΟΣΕΩΝ

Περίοδος

Μηνιαία δόση

Αριθμός δόσεων

6/12/2006 έως 6/11/2008

671,05

24 δόσεις

31/12/2008 έως 6/11/2009

0

 

6/12/2009 έως 6/12/2027

707,27

216 δόσεις

Σύνολο αποπληρωμής

168.875,50

 

 

 

 

ΧΩΡΙΣ ΠΑΓΩΜΑ ΔΟΣΕΩΝ

Περίοδος

Μηνιαία δόση

Αριθμός δόσεων

6/12/2006 έως 6/12/2026

671,05

240 δόσεις

Σύνολο αποπληρωμής

161.052

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αύξηση αποπληρωμής με «πάγωμα δόσεων» 7.824 ευρώ.
Εξαιτίας του παγώματος των δόσεων το ονομαστικό επιτόκιο αντιστοιχεί σε 5,78% από 5,2% !!!