το 10 Μ. Καραγάτσης

Η αίσθηση που προκαλείται στον αναγνώστη όταν ολοκληρώσει την μελέτη και του  εκδοτικού σημειώματος για «το 10» του Μ. Καραγάτση[1], μας παραπέμπει σε μια άμεση κατάδυση στην νεοελληνική κοινωνία του 50, με εμφανή την περιγραφή της κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε μια από τις περιοχές του Πειραιά. Αποτελεί το πρώτο από τα τέσσερα μέρη μυθιστορηματικής τετραλογίας που σχεδίαζε να ολοκληρώσει ο συγγραφέας, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε καθώς τον βρήκε ο Θάνατος τον Σεπτέμβριο του 1960, σε ηλικία 52 χρονών.

Πιστή απεικόνιση της σκληρής πραγματικότητας στην περιοχή της ακτής Ξαβερίου, πολύ κοντά στο λιμάνι, με έντονο το νατουραλιστικό στοιχείο, ο Καραγάτσης συνθέτει ένα πολύχρωμο ψηφιδωτό χαρακτήρων που μέσα από την δράση και την διασταύρωσή τους στοιχειοθετείται η πλοκή του έργου που φωλιάζει σε ένα ανασκευασμένο κτιριακό συγκρότημα  κατοικιών (πρώην εργοστάσιο οινοποιίας)  «Σαχάρα πολυάνθρωπη κάθε μόχθου, βιοπάλης, φτώχειας και αθλιότητας».  Είναι ακριβώς οι χαρακτήρες εκείνοι που απέρριπτε σε επιφανειακό επίπεδο, είναι ακριβώς οι χαρακτήρες εκείνοι που λατρεύει να περιγράφει επειδή τους θεωρεί, ενδόμυχα, κομμάτι του.

Στα τέλη της δεκαετίας του 50 ένα μελίσσι στοιβαγμένων ανθρώπινων ψυχών, στον αριθμό 10 της οδού Παρασάγγη, κινητοποιείται από την επενέργεια του παρελθόντος η οποία καθορίζει, σε μεγάλο βαθμό, τη προοπτική του μέλλοντος τους. Χαρακτήρες σε καθετοποιημένη ανάλυση, από τις πρώτες τρίχες της κεφαλής έως το τελευταίο δάκτυλο του ποδιού, μέσω ενός ολοκληρωμένου ψυχογραφήματος, γεμίζουν τον χώρο δράσης του μυθιστορήματος με χρονικό ορίζοντα την διάρκεια ενός εικοσιτετράωρου (24 Ιουνίου).

Χαρακτήρες απλωμένοι στο χαρτί με ενάργεια, που η κάθε κίνησή τους αποτελεί την συνισταμένη μύχιων σκέψεων καθοδηγούμενων από τους πόθους τους, με σαφή απεικόνιση πρωτόλειων και αφιλτράριστων ενστίκτων, αυθορμήτως διαμορφούμενα και φυσικά εκτελεσμένα, ατέχνως επικαλυμμένα σε μια απέλπιδα προσπάθεια από τους ίδιους. Ολοζώντανοι, θαρρείς πως ξεπηδούν μέσα από τις σελίδες εν ήδη ολογραφικού ειδώλου για να μοιραστούν μαζί σου κρυφούς και φανερούς πόθους, ανολοκλήρωτα πάθη. Οι ζωές όλων βρίσκονται στο μικροσκόπιο καθώς όλοι παρακολουθούν όλους, εξυφαίνοντας τον δρόμο της ηδονής μέσα από τις επιθυμίες της σάρκας που φλέγεται, εγκιβωτίζοντας στόχους είτε σε παρελθόντα χρόνο είτε σε ενεστώτα. Τους στόχους αυτούς συνοδεύει μια αίσθηση οίκτου που αναδύεται μέσα από τις ψυχογραφικές μαρτυρίες των πρωταγωνιστών.

Από την θέση του παντεπόπτη – αφηγητή, ο Καραγάτσης διαπραγματεύεται την κοινή ειμαρμένη των ηρώων του, ομοιόμορφα διαταραγμένη, μέσα από εικόνες απομόνωσης και εγκατάλειψης. Αυτό που ενδιαφέρει πρώτιστα είναι η απόδοση και η αφομοίωση της αέναης διαμάχης μεταξύ αρσενικού και θηλυκού, είτε μέσω της απόρριψης (σε μερικές περιπτώσεις αυτοαπόρριψης) είτε μέσω των επιθυμιών της σάρκας, που παρά το γεγονός ότι δε ψεύδεται ποτέ, λειτουργεί και σε ένα άλλο επίπεδο, αυτό της αυτοσυντήρησης και της επιβίωσης. Επιπρόσθετα, η κινητήρια δύναμη της ηδονής, οι γενετήσιες ορμές, εμφιλοχωρεί στους χαρακτήρες ως «απόθεμα παρηγοριάς και για τους πιο δυστυχισμένους».

Ο Καραγάτσης, ως είθισται, είναι σκληρός απέναντι στους ήρωες και τις ηρωίδες του. Δεν συναντάμε το παραμικρό ίχνος εξιδανίκευσης, αντιθέτως, θα έλεγε κανείς ότι γεννά χαρακτήρες για να τους «εκδικηθεί» στο χαρτί οι οποίοι με τη λειτουργία τους καταρρίπτουν  κοινωνικούς κανόνες και συμβάσεις εκθέτοντας ανεπανόρθωτα το τρίπτυχο της εθνικής υπόστασης (πατρίς -θρησκεία- οικογένεια) καθώς τους εφοδιάζει με στοιχεία ενός άκρατου νατουραλισμού που αγγίζει (και πολλές φορές τα ξεπερνάει) τα όρια του χυδαίου, του κυνικού, του σεξισμού (το «καλοκρεατωμένο» κορμί είναι η μόνιμη επωδός γνωριμίας μας με τις όμορφες γυναικείες παρουσίες), εν μέσω μιας διάχυτης, πολλές φορές με κωμικά στοιχεία, ειρωνείας για τους θεσμικούς εκπροσώπους του παραπάνω τρίπτυχου.

Ωστόσο, διακρίνει κανείς, με μια δεύτερη εσώτερη ματιά, στοιχεία κατανόησης (αναμεμειγμένα με ελάχιστη τρυφερότητα), και προσμονής για την αλλαγή της πλεύσης στη ζωή τους, της ειμαρμένης τους, μέσω ελπίδων που πιθανά προορίζονταν (εάν είχαμε την συνέχεια) να μην εκπληρωθούν ποτέ. Είναι χαρακτήρες που αποτελούν τα διάσπαρτα κομμάτια του εαυτού του, που του κρατούν συντροφιά τις ατελείωτες νύχτες της παθολογικής αϋπνίας του, στους οποίους δίνει σάρκα και οστά για να κυκλοφορούν ελεύθεροι στο δρόμο, δραπετεύοντας από τις σελίδες του με ασφάλεια, χωρίς κανείς από το κοινωνικό του περιβάλλον να αποκτά την δυνατότητα να τον κατηγορήσει για την σφοδρή επιθυμία του να δραπετεύσει και ο ίδιος μαζί τους. Μια επώδυνη, αλλά ικανή τακτική για να απορρίψει τις κοινωνικές συμβάσεις που φυλακίζουν τα πάθη του, και ταυτόχρονα ένα μεθοδολογικό εργαλείο για να αποφύγει την κοινωνική κατακραυγή οποιασδήποτε «παρεκτροπής» που δεν συμβαδίζει με το κοινωνικό  status του συγγραφέα ήτοι να κλονίσει «τη νιρβανική αυτοπεποίθησή μας».

Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να φανταστούμε ότι ο Καραγάτσης έχει την διάθεση να «συνθηκολογήσει» με τους χαρακτήρες που πλάθει. Δεν δείχνει διάθεση να τους χαριστεί καθώς η μόνη παραχώρηση προς το θερμοκήπιο της πλοκής που κτίζει είναι η υποχώρηση του καύσωνα που ταλανίζει από τις αρχές της αφήγησης τους πεπτωκότες ήρωες του. Ωστόσο, ναι! Υπάρχουν εξαιρέσεις ακόμη και στη «Σαχάρα» που περιγράφει, με τον κανόνα να αποτελεί η κινούμενη άμμος συντεθλιμμένων πετρωμάτων, η αφόρητη ζέστη και η προσπάθεια επιβίωσης δύσμορφων, ιθαγενών πλασμάτων σε ακραίες συνθήκες.  

Μοναδικές, αλλά ουσιαστικές εξαιρέσεις δύο πρόσωπα εναρμονισμένα με την κεντρική πλοκή της αφήγησης που ακουμπούν πιθανά τον πυρήνα της κοινωνικοπολιτικής σκέψης του συγγραφέα. Ο γιατρός Στάθης Κούγιας και ο δάσκαλος Βλάσσης Κορνούτος θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν διαμένουν στον αριθμό 10, αλλά σε ξεχωριστά σπίτια στην ευρύτερη περιοχή, που ωστόσο, η καθημερινότητά τους διαπλέκεται με τους κατοίκους του συγκεκριμένου κτιρίου. Βεβαίως, ούτε και αυτοί οι δυο φείδονται κρυφών παθών και παρορμήσεων, εξάλλου δεν υπάρχει άνθρωπος στο σύμπαν του Καραγάτση που να μην διαθέτει παρορμήσεις, οι επιθυμίες της σάρκας είναι παρούσες, ωστόσο, οι επιθυμίες αυτές δεν διαμορφώνουν καταλυτικά τον χαρακτήρα του ρόλου τους. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι δεν επιλέχθηκαν τυχαία τα επαγγέλματά τους: ο ένας θεραπεύει τις σωματικές παθήσεις και ο άλλος τις πνευματικές. Ο ένας προστατεύει την υγεία και ο άλλος την γνώση. Με τον τρόπο αυτό αναδεικνύεται η θεραπευτική ιδιότητα της παιδείας ως το μοναδικό φάρμακο της κοινωνικής αποσύνθεσης της δεκαετίας του 50. Οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες αποτελούν την όαση στη «Σαχάρα» καθώς διαβουλεύονται μεταξύ τους με ιδιαίτερο, αμοιβαίο σεβασμό, αλλά κυρίως πράττουν σώζοντας, στην κυριολεξία, ζωές. Φαίνεται ότι η διαβούλευση αυτή αφορά έναν εκπρόσωπο της μετριοπαθούς αστικής ιδεολογίας (τον γιατρό Στάθη) με έναν μετριοπαθή μαρξιστή (τον δάσκαλο Βλάσση) ο οποίος πρέπει να σημειωθεί ότι βρίσκεται σε πλήρη, μόνιμη αντίθεση με τον εκπρόσωπο του σκληρού κομματικού μηχανισμού του Κ.Κ.Ε., Μένη Παυλόπουλο.  Αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο Καραγάτσης δείχνει να είναι πλήρως ενημερωμένος για την σύνδεση μεταξύ του μαρξισμού και της φροϋδικής ψυχανάλυσης που επιχειρεί η περίφημη «Σχολή της Φρανκφούρτης» της οποίας η δραστηριότητα είναι παρούσα και δυναμική κατά την εποχή της αφήγησης (1958-1960), την ίδια εποχή που ο Καραγάτσης είναι για δεύτερη φορά υποψήφιος με το κόμμα των Προοδευτικών του Μαρκεζίνη. Ο Δάσκαλος Βλάσσης Κορνούτος παρατηρεί ότι οι θιασώτες της κομμουνιστικής ορθοδοξίας «αρνούνται πεισματικά να τον συνταιριάσουν (τον μαρξισμό) με μεταγενέστερες του Μαρξ κατακτήσεις της γνώσης, όπως η ψυχανάλυση» παραπέμποντας ουσιαστικά στη φροϋδική – μαρξιστική σύνθεση που επιχειρείται στο έργο του Χέρμπερτ Μαρκούζε «Έρως και Πολιτισμός» που εκδόθηκε το 1954.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το σημειωματάριο του συγγραφέα, το οποίο παρατίθεται στις τελευταίες σελίδες της έκδοσης και στο οποίο φιλοξενούνται παρατηρήσεις σχετικά με την δομή των χαρακτήρων και την πλοκή του μυθιστορήματος που προοριζόταν να ξεδιπλωθεί στους επόμενους τόμους. Για τον λόγο αυτό αλιεύουμε σημαντικές πληροφορίες για χαρακτήρες που περιγράφονται αλλά δεν εμφανίζονται στον πρώτο τόμο, ενώ αντιθέτως, χαρακτήρες που κατέχουν σημαντική θέση στον ίδιο τόμο δεν περιγράφονται στις σημειώσεις (Γιατρός – Δάσκαλος).

Αποτελεί απώλεια, τόσο για την λογοτεχνία, όσο και την ιστορική μελέτη της θεμελίωσης της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, το γεγονός ότι δεν υπήρξε η συνέχεια του έργου (για πολύ ανωτέρους λόγους) που θα μπορούσε να συμβάλει με σαγηνευτικό τρόπο στην καλύτερη μελέτη της κοινωνικής διαστρωμάτωσης που περιγράφεται στην συγκεκριμένη περιοχή του Πειραιά στα τέλη της δεκαετίας του 50. Χάθηκε έτσι μια ευκαιρία για την περαιτέρω περιγραφή και ανάλυση, με αμιγώς ρεαλιστική γραφή, του κοινωνικού πυρήνα εντός του οποίου λειτουργούν οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος, οι οποίοι ειρήσθω εν παρόδω, αρθρώνονται σε δύο επίπεδα, το ατομικό και το κοινωνικό. Το πρώτο δεν επιβάλλεται στο δεύτερο, ωστόσο, το δεύτερο διαμορφώνει σημαντικές συνιστώσες του πρώτου καθώς σε ολόκληρο το έργο διακρίνεται η διαρκής διαπραγμάτευση για την πλήρωση της ενσυνείδητης και βαθμιαίας ικανοποίησης των επιθυμιών μας είτε σε κοινωνικό είτε σε ατομικό επίπεδο. Δυο διαφορετικά «περιβάλλοντα» (milieu) τα οποία αναπτύσσονται επαρκώς και ισορροπημένα προκειμένου να διαμορφωθεί το γενικότερο πλάνο.


[1] Μ. Καραγάτσης, το 10, Αθανασόπουλος Β (φιλολογική επιμέλεια),  Αθήνα, 2018, Εστία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s