Οι επάλληλες οικονομικές κρίσεις και χρεωκοπίες στην Ελλάδα του 19ου και 20ου αιώνα.

Ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι, από τις απαρχές συγκρότησης του διεθνώς αναγνωρισμένου ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, με σαφή εδαφική οριοθέτηση την νοητή γραμμή Άρτας-Βόλου (πρωτόκολλο του Λονδίνου στις 7 Μαΐου του 1832), ξεκινά η εμφάνιση αλλεπάλληλων οικονομικών κρίσεων και χρεωκοπιών, ως αποτέλεσμα δομικών προβλημάτων στον τομέα της παραγωγικής ανασυγκρότησης που κληρονομήθηκαν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και αναδείχθηκαν στον αγώνα της ανεξαρτησίας όσο και της διαπίστωσης ότι από την εποχή εκείνη η χώρα νοείται ως «τυπικά ανεξάρτητο κράτος» σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, όχι πάντα με αποκλειστική ευθύνη των «δανειστών». Το κείμενο που ακολουθεί αφηγείται τις πιο ενδεικτικές περιόδους των κρίσεων και τοποθετεί το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώθηκαν.

 

                                       1.Το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843.

1843

Ως πρώτο δείγμα πρέπει να ανατρέξουμε στον μακρινό Ιανουάριο του 1843, δέκα χρόνια μετά την έλευση του Όθωνα, ο τότε υπουργός εξωτερικών Ι. Ρίζος-Νερουλός ανακοινώνει ότι η Ελλάδα αδυνατεί να ανταπεξέλθει στην καταβολή τοκοχρεολυσίων του μεγάλου δανείου των 60 εκατομμυρίων φράγκων, το οποίο δόθηκε από τις «προστάτιδες» Δυνάμεις (Αγγλία, Ρωσία, Γαλλία), με την συμφωνία του 1832, ενώ η χώρα βρίσκονταν στην δίνη ενός νέου εμφυλίου πολέμου, μετά την δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, μεταξύ «Κυβερνητικών» και «Αντικυβερνητικών».

Οι Μεγάλες Δυνάμεις αρνούνται κατηγορηματικά να δώσουν νέο δάνειο και διαμηνύουν ότι η χώρα πρέπει να υιοθετήσει οικονομικές μεταρρυθμίσεις με σκοπό την εξεύρεση οικονομικών πόρων για την πληρωμή των υποχρεώσεων. Οι μεταρρυθμίσεις που επιβάλλονται περιλαμβάνουν περικοπές μισθών και απολύσεις στον δημόσιο τομέα, τόσο στον στρατό όσο και στους κρατικούς λειτουργούς, σε αντίθεση με το προσωπικό των Βαυαρών σε στρατό και διοίκηση που οι μεταρρυθμίσεις δεν τους ακουμπούν, άμεση αναστολή κάθε αναπτυξιακής διαδικασίας μέσω δημοσίων έργων και το κλείσιμο διπλωματικών αποστολών σε Λονδίνο και Παρίσι. Την 1η Μαΐου σε νέα συνδιάσκεψη στο Λονδίνο, παρουσιάζεται οικονομική συμφωνία μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, με απούσα για ακόμα μια φορά την χώρα μας από τις διαπραγματεύσεις, συμφωνία, η οποία είναι προσανατολισμένη στην εξυπηρέτηση των απαιτήσεων των δανειστών. Στις 5 Ιουλίου ανακοινώνεται ότι ο τόκος μαζί με την απόσβεση του δανείου προσδιορίζεται σε 3,7 εκατομμύρια φράγκα ετησίως.

Οι τρείς ξένοι πρεσβευτές θα επέβλεπαν την συγκρότηση του προϋπολογισμού, και ο εκπρόσωπος του Βαυαρικού χρηματοπιστωτικού οίκου Rothschild, αναλαμβάνει την μεταφορά του σχετικού ποσού από το ελληνικό ταμείο προς τους ξένους πιστωτές. Η χώρα μπαίνει σε καθεστώς επιτροπείας, καταλύεται η οικονομική αυτονομία, ενώ οι απαιτήσεις για μείωση των κρατικών δαπανών είναι συνεχείς. Η οικονομική δυσπραγία επιφέρει πολιτική δυσαρέσκεια και κοινωνική αναταραχή η οποία εξαπλώνεται ραγδαία, με αποτέλεσμα την δημιουργία ενιαίου εσωτερικού αντιπολιτευτικού «μετώπου» (αγγλόφιλοι – ρωσόφιλοι-γαλλόφιλοι) απέναντι στον Όθωνα, και την υποστήριξη του από τον στρατό και τον λαό της πρωτεύουσας, με συνέπεια την επιτυχή κατάληξη του κινήματος της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, την παραχώρηση συντάγματος από τον Όθωνα και την εκδίωξη της πλειοψηφίας των Βαυαρών αξιωματούχων. Ωστόσο, η χώρα απειλούμενη με αναστολή της πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος, αναγκάζεται στις 14 Σεπτεμβρίου να αναγνωρίσει επισήμως την οικονομική συμφωνία του Λονδίνου και τις οικονομικές υποχρεώσεις που προκύπτουν από αυτή. Οι μεταρρυθμίσεις προβλέπουν : απόλυση του 30% των δημοσίων υπαλλήλων, ειδικά στον χώρο της παιδείας το 50% των πανεπιστημιακών δασκάλων, περικοπές 20% στους μισθούς του Δημοσίου, παύση πληρωμών σε συντάξεις, προκαταβολή της απόδοσης του φόρου εισοδήματος και του 10% της αγροτικής παραγωγής (φόρος δεκάτης), αυξήσεις έμμεσων φόρων, κατάργηση κρατικών δαπανών στις υγειονομικές υπηρεσίες, κατάργηση των διπλωματικών αποστολών στο εξωτερικό και υποχρεωτική νομιμοποίηση καταπατημένων γαιών έναντι προστίμου.

 

                             2. Κριμαϊκός πόλεμος 1854-1856.

Δέκα χρόνια μετά ξεσπά Ρωσοτουρκικός πόλεμος με αφορμή την θρησκευτική διαμάχη μεταξύ του Ορθόδοξου τσάρου Νικολάου Α και του σουλτάνου Αμπντούλ Μετζίτ Α για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του Πανάγιου Τάφου, για το οποίο ενδιαφέρονταν και οι καθολικοί (Άγγλοι-Γάλλοι). Στις 23 Απριλίου παραδίδεται τελεσίγραφο από τον απεσταλμένο του τσάρου στην Κωνσταντινούπολη με το οποίο ζητείται η άμεση αναγνώριση της Ρωσίας ως προστάτης των Ορθόδοξων πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με σαφή πρόθεση την εδαφική ακεραιότητα της παραπαίουσας, λόγω εσωτερικών κρίσεων, Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ως αντίβαρο στην προώθηση των Ρώσων στις «ζεστές θάλασσες», Αγγλία και Γαλλία προσφέρουν στήριξη στον σουλτάνο με ταυτόχρονη πίεση για άρνηση κάθε συμβιβασμού. Μετά από επτάμηνες αποτυχημένες διπλωματικές επαφές, τον Νοέμβριο του 1853 ξεκινούν οι συγκρούσεις μεταξύ του Ρωσικού και του Οθωμανικού στρατού στον Δούναβη, ενώ ο Ρωσικός στόλος καταστρέφει μοίρα του Οθωμανικού στο λιμάνι της Σινώπης. Ωστόσο, την άνοιξη του 1854 οι Δυτικές δυνάμεις συμμαχούν με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αποβιβάζουν στρατό στην χερσόνησο της Κριμαίας και μεταφέρουν τις πολεμικές επιχειρήσεις σε Ρωσικό έδαφος.

Στην Ελλάδα από τα τέλη του 1853 επικρατεί πολεμικός πυρετός. Η εκπλήρωση των στόχων της «Μεγάλης Ιδέας», έτσι όπως αυτή εκφράστηκε από τον Ιωάννη Κωλέττη το 1844, προκαλεί εξεγέρσεις σε Ήπειρο, Θεσσαλία και Μακεδονία και εθνικιστική πανστρατιά στο ελληνικό κράτος. Ο Όθωνας ετοιμάζεται να ακολουθήσει τις ένοπλες ομάδες και τους αξιωματικούς που μαζί με όπλα και πολεμοφόδια περνούν σωρηδόν τα ελληνοτουρκικά σύνορα. Ωστόσο, η Γαλλία και η Αγγλία αντιδρώντας συντονισμένα αποφασίζουν τον αποκλεισμό του Πειραιά.
Στις 13 Μαΐου του 1854 Γαλλικά πολεμικά πλοία εμφανίζονται στο λιμάνι του Πειραιά, αποβιβάζουν στρατεύματα και επιβάλουν την αντιρωσικού προσανατολισμού όσο και αντιδημοφιλή στο λαό της πρωτεύουσας, Κυβέρνηση Μαυροκορδάτου, ηγετική προσωπικότητα του αγγλικού κόμματος στην περίοδο της Οθωνικής απολυταρχίας. Υπό την απειλή της πλήρους κατάλυσης της εθνικής κυριαρχίας, το ελληνικό κράτος ανακαλεί τις επαναστατικές ομάδες από την Θεσσαλία. Αρκετές από αυτές αποτελούνται σε μεγάλο βαθμό από άτακτα στρατεύματα, τα οποία αρχίζουν να δηώνουν την Ρούμελη επιτείνοντας το χάος.

Μαυροκορδάτος
Στην Αθήνα, τα Γαλλικά στρατεύματα παρελαύνουν στους κεντρικότερους δρόμους, ενώ ξεκινούν βιαιοπραγίες κατά των οπαδών του ρωσικού κόμματος με αποκορύφωμα το κάψιμο του τυπογραφείου της εφημερίδας «Αιών» και την απαγωγή του φιλορώσου δημοσιογράφου Ιωάννη Φιλίμωνα. Τα κατοχικά στρατεύματα επεκτείνουν την παρουσία τους σε Πατήσια και Πεντέλη, ενώ στο κέντρο της Αθήνας η κατάσταση είναι έκρυθμη και με δυσκολία η κυβέρνηση προσπαθεί να επιβάλει την τάξη. Μέσα σε όλα αυτά ξεσπά επιδημία πανώλης από την οποία βρήκαν τον θάνατο τρείς χιλιάδες κάτοικοι της πρωτεύουσας, περίπου το ένα δέκατο του πληθυσμού της. Επιπλέον, από τις αρχές του 1855, η οικονομική ζωή της χώρας έχει υπαχθεί, εκ νέου, στον έλεγχο διεθνούς οικονομικής επιτροπής, επιφορτισμένης να μεριμνά για την εξυπηρέτηση του κρατικού χρέους και για τη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών, μέσα από «μεταρρυθμίσεις» γνωστές και δοκιμασμένες στο πρόσφατο παρελθόν: περικοπές μισθών, άγρια φορολόγηση και απολύσεις. Ένα χρόνο μετά την λήξη του Κριμαϊκού πολέμου (Φεβρουάριος 1856) και την νίκη των Δυτικών Δυνάμεων, τα στρατεύματα κατοχής αποχωρούν από την Αθήνα αφήνοντας πίσω τους μια ρημαγμένη πόλη σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο.

 

                       3. «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» (1892-1909)

Τον Ιανουάριο του 1883 σχηματίστηκε η Κυβέρνηση Τρικούπη. Ξεκινά η εποχή του δικομματισμού μέσω αλλεπάλληλων εκλογικών διαδικασιών. Μέσα σε εννέα χρόνια η κυβέρνηση αλλάζει χέρια τέσσερεις φορές μεταξύ Τρικούπη και Δηλιγιάννη. Οι εκλογές του Μαΐου του 1892 έφεραν ξανά στην κυβέρνηση τον Τρικούπη. Η προσπάθεια του επικεντρώνεται στην ανάπτυξη υποδομών με εκτεταμένες επενδύσεις που προήλθαν από την σύναψη εξωτερικών δανείων ονομαστικής αξίας 650 εκατομμυρίων χρυσών φράγκων κατά τα έτη 1878-1893. Αναδιοργάνωση του στρατού, δημιουργία οικονομικών υποδομών, συνέχιση και ολοκλήρωση του σιδηροδρομικού δικτύου, για την απαραίτητη σύνδεση με την Λάρισα που από το 1881 έχει ενσωματωθεί μαζί με την Άρτα στο ελληνικό κράτος, βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών, μερικοί από τους στόχους της νέας κυβέρνησης.

Τρικούπης

Ωστόσο, η διεθνής οικονομική συγκυρία δεν είναι ευνοϊκή. Η Ευρώπη βρίσκεται στην δίνη μιας μακροχρόνιας οικονομικής ύφεσης (1875-1895), ενώ από τις αρχές της δεκαετίας του 1890 το «σταφιδικό πρόβλημα» οξύνεται ιδιαίτερα. Μεγάλες ποσότητες μένουν αδιάθετες, ενώ Αγγλία, Γαλλία και Αυστρία ως οι κύριοι εισαγωγείς της ελληνικής σταφίδας από το 1880, σε ποσοστό 80% της αξίας των ελληνικών εξαγωγών, δείχνουν απροθυμία στην σταθερή, μέχρι τότε, απορρόφηση του προϊόντος. Η ανάσχεση στην επέκταση της βιομηχανίας, η επαχθής και αντιπαραγωγική φορολογία, ο προσανατολισμός του προϋπολογισμού στην εξυπηρέτηση των στρατιωτικών δαπανών που επιτάσσει η αλυτρωτική ιδεολογία, η κρίση στις πολιτικές σχέσεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά το 1875, με ιδιαίτερο αντίκτυπο στο εμπόριο, από τους κύριους τομείς παραγωγικής διαδικασίας, έχουν ως αποτέλεσμα μεγάλη οικονομική ασφυξία στο εσωτερικό της χώρας.

Τον Δεκέμβριο του 1893, έπειτα από πολιτικές περιπλοκές ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης με το Στέμμα, ο Χαρίλαος Τρικούπης αναγκάζεται να κηρύξει το ελληνικό Δημόσιο σε πτώχευση. Το κράτος αδυνατεί να εξοφλήσει κανονικά τα χρέη του, ενώ σταδιακά η εξέλιξη αυτή έχει ως αποτέλεσμα την καταρράκωση της αξιοπιστίας του. Τον Ιανουάριο του 1895 ο Τρικούπης παραιτείται, διεξάγονται εκλογές που εύκολα κερδίζει ο Δηλιγιάννης. Η καινούργια κυβέρνηση παραμελεί πλήρως οποιαδήποτε ρύθμιση των υποχρεώσεων προς τους διεθνείς πιστωτές και παρασύρεται από τον τυφλό εθνικισμό της Εθνικής Εταιρείας. Η τελευταία που λειτουργεί ως μυστική παρακρατική οργάνωση με προσβάσεις στα ανώτερα κλιμάκια της πολιτικής και της οικονομικής εξουσίας έχει εξελιχθεί σε ανεξέλεγκτο κράτος -εν κράτει και ταυτόχρονα ποδηγετεί την κοινή γνώμη της πρωτεύουσας. Η Ελληνική κυβέρνηση κινητοποιεί τον στρατό στα ελληνο-οθωμανικά σύνορα και εξαπολύει ομάδες ατάκτων στην Μακεδονία. Τον Απρίλιο του 1897 η Οθωμανική Αυτοκρατορία κηρύττει τον πόλεμο στην Ελλάδα, ενώ ο ελληνικός στρατός, απόλυτα ανέτοιμος, υποχωρεί άτακτα, με τις στρατιωτικές δυνάμεις της Υψηλής Πύλης να προελαύνουν στα περίχωρα της Λαμίας. Μετά από έντονη παρέμβαση του Ρώσου τσάρου Νικολάου Β λήγει ο πόλεμος του 1897 και υπογράφεται συνθήκη προτού ολοκληρωθεί ένας μήνας εχθροπραξιών.

Στην Αθήνα, άμεση είναι η πτώση του Δηλιγιάννη με αποτέλεσμα τον σχηματισμό της Κυβέρνησης Ράλλη. Η Ελλάδα βρίσκεται στα πρόθυρα ολικής χρεωκοπίας (εσωτερικής και εξωτερικής). Τον Σεπτέμβριο του 1897 ξεκινούν διαπραγματεύσεις από την κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη με τις Μεγάλες Δυνάμεις και τον Φεβρουάριο του 1898 καταλήγουν σε συμφωνία για την εγκαθίδρυση στην χώρα της Διεθνούς Επιτροπής Οικονομικού Ελέγχου, που σύντομα μετονομάζεται σε Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο (ΔΟΕ). Η συμφωνία αυτή προβλέπει την σύναψη νέου δανείου ύψους 151 εκατομμυρίων φράγκων προκειμένου να εξοφληθεί άμεσα στην Υψηλή Πύλη πολεμική αποζημίωση 94 εκατ. φράγκων, να αποπληρωθεί το υφιστάμενο κρατικό χρέος από προηγούμενα δάνεια ύψους 31,5 εκατ. φράγκων, να αντιμετωπιστεί το έλλειμμα του ελληνικού δημοσίου για το έτος 1897 που ανέρχεται σε 22,5 εκατ. φράγκα καθώς και οι δαπάνες έκδοσης του δανείου που ανέρχονται σε 3,5 εκατ. φράγκα.

ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ 2

Ταυτόχρονα, η συμφωνία προβλέπει την υποθήκευση των φορολογικών εσόδων προκειμένου να εξασφαλισθεί η αποπληρωμή των δανείων με αποτέλεσμα τα έσοδα από κρατικά μονοπώλια όπως, αλάτι, πετρέλαιο, πετρώματα, σπίρτα, τραπουλόχαρτα, τσιγαρόχαρτα, φόροι καπνού, τέλη χαρτοσήμων, δασμοί από το τελωνείο του Πειραιά, να αποδίδονται κάθε χρόνο στον ΔΟΕ, ο γραφειοκρατικός μηχανισμός του οποίου εγκαθίσταται μόνιμα στην χώρα μας. Μέχρι το 1930 ο ρόλος του στα δημόσια οικονομικά της χώρας είναι κυρίαρχος, ενώ μετά την λήξη του Β Παγκοσμίου πολέμου περιορίζεται και καταργείται τυπικά το 1978. Έτσι δικαιολογείται απόλυτα ο χαρακτηρισμός της Ελλάδας ως «τυπικά μόνον ανεξάρτητης χώρας» από τον ιστορικό Γεώργιο Λεονταρίτη.

Ακολουθεί, φυσιολογικά, μακρά περίοδος πολιτικής αστάθειας καθώς από το 1898 έως το 1909 σχηματίζονται ένδεκα κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις από τους Δηλιγιάννη (δολοφονείται το 1905), Ράλλη, Αλέξανδρο Ζαΐμη, Θεοτόκη. Η αντιπαραγωγική διάρθρωση των κρατικών δαπανών συνεχίζεται, τα χρόνια κοινωνικά προβλήματα παγιώνονται και η κοινωνική πόλωση αυξάνεται. Ενδεικτικό το γεγονός ότι, η εισήγηση του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Προϋπολογισμού του 1907 περιλαμβάνει στρατιωτικές δαπάνες 33,2 εκατομμύρια, εξυπηρέτηση δημοσίου χρέους 32,5 εκατομμύρια, μισθοδοσία δημοσίων υπαλλήλων 17,2 εκατομμύρια, ενώ το σύνολο των υπολοίπων δαπανών σε παιδεία-υγεία-υποδομές ανέρχεται σε 42,8 εκατομμύρια. Από αυτά μόνο 3,5 εκατ. πηγαίνουν στην κατασκευή δρόμων, 2,5 εκατ. στην συντήρηση τους, 300 χιλιάδες δραχμές σε αρδευτικά και αποξηραντικά έργα, μολονότι κάθε χρόνο οι πλημύρες και η ελονοσία ήταν συχνότερες από ότι στην Ινδία και στην Αφρική, ενώ 500 χιλιάδες δραχμές ξοδεύονταν στην γεωπονική και δασοπονική ανάπτυξη. Έτσι, το 1909 η οικονομία περνούσε εκ νέου κρίση, ενώ πολλά λαϊκά στρώματα βρίσκονται σε αναβρασμό και εξέγερση. Την νύχτα προς την 15η Αυγούστου 1909 ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος προχωρά στην εκδήλωση κινήματος στο Γουδί, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της χώρας.

                                                                    

                     4. «Τελικώς Επτωχεύσαμεν» (1924-1932).

Στις 25 Μαρτίου 1924 η Ελληνική Βουλή κήρυξε την Β Ελληνική Δημοκρατία, με κατάργηση της βασιλείας και ανάδειξη του ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη ως πρώτου προέδρου, ενώ το νέο πολίτευμα εγκρίθηκε μετά από λαϊκό δημοψήφισμα στα τέλη Απριλίου με ποσοστό 69.95% των ψήφων. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στις πρωτοβουλίες του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, ηγέτη του κόμματος της Δημοκρατικής Ένωσης, ο οποίος μετά την παραίτηση Βενιζέλου στις 6 Φεβρουαρίου 1924 και την πρωθυπουργία του Γιώργου Καφαντάρη, κατάφερε να σχηματίσει κυβέρνηση (Μάρτιος 1924) αποσπώντας την συναίνεση των βουλευτών του Φιλελεύθερου κόμματος στο ζήτημα της κατάργησης της μοναρχίας.

Η Β Ελληνική Δημοκρατία (1924-1935) είχε σύντομη διάρκεια και αναπτύχθηκε κάτω από δυσμενείς συνθήκες. Βρέθηκε αντιμέτωπη με αλλεπάλληλες κρίσεις σε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Η πολιτική κρίση είχε τις ρίζες της στον «Εθνικό Διχασμό» της περιόδου 1915-1917, όπου η Ελληνική Πολιτεία διχάζεται όχι μόνο σε κοινωνικό-πολιτικό επίπεδο, αλλά και σε γεωγραφικό, με το «κράτος της Θεσσαλονίκης» αντιμέτωπο με το «κράτος των Αθηνών» μεσούσης της κατάλυσης κάθε έννοιας εθνικής κυριαρχίας από την Entente και τις Κεντρικές Δυνάμεις. Η οικονομική κρίση οφείλεται στα τεράστια δημοσιονομικά προβλήματα, στους δανεισμούς από το εξωτερικό, την στενότητα συναλλαγματικών διαθεσίμων που οδηγούν την μεσοπολεμική ελληνική οικονομία στην επιβολή καθεστώτος έκτακτης ανάγκης με αποτέλεσμα την αύξηση του πληθωρισμού και της ανεργίας με ταυτόχρονη πτώση των μισθών και των ημερομισθίων. Η κοινωνική κρίση αποτελεί όχι μόνο τον αντίκτυπο της ταραγμένης περιόδου 1914-1922, αλλά προφανώς σχετίζεται με την Μικρασιατική Καταστροφή και τις άμεσες συνέπειες της σε επίπεδο αποκατάστασης και ενσωμάτωσης των προσφύγων σε ένα νέο περιβάλλον (προσφυγικό σοκ), την αύξηση του αστικού πληθυσμού και τις εθνολογικές μεταβολές που είχαν επέλθει στην Μακεδονία από το 1914 μετά την λήξη των Βαλκανικών Πολέμων.

Μετά από δύο ασταθείς κυβερνήσεις, του Θεμιστοκλή Σοφούλη (Ιούλιος – Οκτώβριος) και του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου (Οκτώβριος- Ιούνιο 1925), εκδηλώνεται το στρατιωτικό πραξικόπημα του Θεόδωρου Πάγκαλου ο οποίος εμφανίζεται στην Βουλή και αυτοδιορίζεται πρωθυπουργός της χώρας υπό την πλήρη ανοχή, ακόμα και την συναίνεση, ολόκληρου του αστικού πολιτικού φάσματος, με αποτέλεσμα στις 30 Σεπτεμβρίου του 1925 να καταργήσει τις λειτουργίες της Βουλής. Στις 22 Αυγούστου 1926 νέο στρατιωτικό κίνημα υπό τον Γιώργο Κονδύλη ανατρέπει τον Πάγκαλο, αποκαθιστά τον παραιτημένο πρόεδρο της Δημοκρατίας Παύλο Κουντουριώτη και προκηρύσσει εκλογές για τις 7 Νοεμβρίου του 1926 από τις οποίες προκύπτει οικουμενική κυβέρνηση υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, στην οποία ο Κονδύλης παραδίδει την εξουσία. Στις 4 Ιουλίου του 1828 η κυβέρνηση παραιτείται και αναλαμβάνει, με εντολή του προέδρου της Δημοκρατίας, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος από τις εκλογές της 19ης Αυγούστου του 1928 καταφέρνει να συγκροτήσει μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αναλαμβάνοντας την διακυβέρνηση της χώρας, παρουσιάζει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων με σκοπό την οικονομική ανάπτυξη αλλά και την αποκατάσταση των προσφύγων η οποία εξελίσσεται με πολύ αργούς ρυθμούς καθώς το προσφυγικό σοκ λειτουργεί «ως καταλύτης σε όλο το φάσμα των συνθηκών ζωής του κράτους, ως επιταχυντής οικονομικό-κοινωνικών και πολιτικό-ιδεολογικών αποκρυσταλλώσεων».
Το πρόγραμμα αυτό καλύπτεται μέσω του εξωτερικού δανεισμού, ειδικά από Άγγλους κεφαλαιούχους που εμφανίζονται πρόθυμοι να τοποθετήσουν κεφάλαια στην ελληνική οικονομία.

βενιζέλος 2

Στα μέσα Οκτωβρίου του 1929 καταρρέει το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης με αποτέλεσμα η οικονομική κρίση να εξαπλωθεί και στην Ευρώπη. Μέχρι το 1931 η Ελλάδα είχε τρείς συνεχόμενους πλεονασματικούς προϋπολογισμούς και τίποτα δεν προμηνύει την επερχόμενη κατάρρευση. Αν και στο διάστημα 1928-1932 παρατηρείται διόγκωση του εξωτερικού χρέους κατά 20% η Δημοσιονομική Επιτροπή της Κοινωνίας των Εθνών διαπιστώνει στην έκθεση του Μαΐου 1930 για την θέση της Τράπεζα της Ελλάδος ότι «…διαγράφεται σαφής βελτίωσις από του δευτέρου ημίσεως του Φεβρουαρίου 1930». Ωστόσο, από το δεύτερο εξάμηνο του 1931 η οικονομική κατάσταση στην Ευρώπη επιδεινώνεται με ραγδαίους ρυθμούς. Στις 27 Σεπτεμβρίου ο Βενιζέλος σε μήνυμα του προς τον ελληνικό λαό δίνει την προσωπική του διαβεβαίωση ότι «ημπορούμεν να διατηρήσωμεν την ακεραιότητα του εθνικού μας νομίσματος και να αποφύγωμεν επομένως τας συμφοράς που θα επηκολούθουν την ανατροπήν της σταθεροποιήσεως». Την επόμενη μέρα δημοσιεύεται ο νόμος «Περί προστασίας του Εθνικού Νομίσματος», ανακαλείται η σύνδεση της δραχμής με την Αγγλική λίρα και συνδέεται άμεσα με το δολάριο που διατηρούσε ακόμα την σχέση του με το χρυσό.

βενιζέλος 1

Στον κρατικό προϋπολογισμό του έτους 1931-1932 το εξωτερικό χρέος ισοδυναμεί με το 43% των συνολικών εσόδων , ενώ στις αρχές του 1932 τα όποια αποθεματικά της ΤτΕ σε χρυσό και συνάλλαγμα έχουν ήδη εξανεμισθεί από την ανάγκη στήριξης της δραχμής. Η ελληνική οικονομία δέχεται συνεχείς κερδοσκοπικές επιθέσεις ενώ η φορολόγηση των εισαγωγών και η απόπειρα μείωσης της κυκλοφορία της δραχμής δε αποδίδουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η κυβέρνηση Βενιζέλου βλέπει ως μόνη πιθανή λύση τον εκ νέου εξωτερικό δανεισμό όχι πια για αναπτυξιακές πολιτικές αλλά για την στήριξη της δραχμής με ξένο συνάλλαγμα. Επισκέπτεται την Ρώμη, το Λονδίνο και το Παρίσι όπου συναντιέται με τις αντίστοιχες πολιτικές ηγεσίες και ζητεί την πενταετή αναστολή της πληρωμής των τοκοχρεολυσίων των δανείων της χώρας με ταυτόχρονη σύναψη νέου δανείου ύψους 50 εκατ. δολαρίων. Το θέμα παραπέμπεται στην Διεθνή Οικονομική Επιτροπή και ενώ μεσολαβεί νέα υποτίμηση της δραχμής και με το εξωτερικό χρέος να αντιπροσωπεύει το 150% του ετήσιου ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος, η απάντηση μετά από τέσσερεις μήνες επί της ουσίας είναι αρνητική. Στις 23 Απριλίου το Ελληνικό Δημόσιο κηρύττει πτώχευση και αναστολή πληρωμών, ενώ στις 27 του ίδιου μήνα η Ελλάδα εγκαταλείπει επίσημα τον κανόνα του χρυσού. Αρχές Μαΐου του 1932 ο Βενιζέλος ανακοινώνει στον Ελληνικό λαό ότι «τελικώς επτωχεύσαμεν».
                                                                                             

                                                                  Συμπεράσματα.

Είναι εμφανή σε όλη την διάρκεια της πορείας του νεότερου και σύγχρονου Ελληνικού κράτους, από τις απαρχές συγκρότησης, τα δομικά προβλήματα όσο και οι χρόνιες παθογένειες και στρεβλώσεις στον τομέα της οικονομίας. Ο εξωτερικός δανεισμός αποτέλεσε το μόνιμο εργαλείο σε όλη την διάρκεια του επαναστατικού αγώνα αλλά και αργότερα κατά την περίοδο οργάνωσης ενός κράτους στα πρότυπα των αντίστοιχων, σύγχρονων, φιλελεύθερων ευρωπαϊκών κρατών. Παρά τις όποιες προσπάθειες, προβληματικές και ημιτελείς κατά κύριο λόγο, η χώρα δεν κατάφερε ποτέ να ενταχτεί στον πυρήνα των κεντρικών ευρωπαϊκών χωρών, κυρίως λόγω υπαρκτών κοινωνικών ιδιαιτεροτήτων, οι οποίες βρίσκουν άμεση αντανάκλαση στις σχέσεις παραγωγής κατά την διάρκεια της θεμελίωσης του ελληνικού κράτους (1821-1862).

Κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα οι αντιθέσεις που προέκυψαν από τις αρχές του 19ου αιώνα, όταν η χώρα κέρδισε την ανεξαρτησία της, οι οποίες ακόμα και σήμερα ταλανίζουν την Ελληνική κοινωνία στην προσπάθεια να ορίσει, επιτέλους, μια συγκεκριμένη πολιτισμική ταυτότητα. Θα έλεγε κανείς ότι βρισκόμαστε εν μέσω περιδίνησης στο να ορίσουμε την μετεξέλιξη και τον εκσυγχρονισμό (έννοιες κατακρεουργημένες στο πρόσφατο παρελθόν), και το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί παρά να αποκρυσταλλωθεί μέσω μιας ανοικτής σύγκρουσης με τον ίδιο της τον εαυτό, σύγκρουση η οποία απελευθερώνει τους εφιάλτες μιας ατελέσφορης πολιτισμικής ολοκλήρωσης. Ειδικά σήμερα, εποχή κοινωνικής κρίσης, βαθιά μέσα μας, στο συλλογικό ασυνείδητο, ηγεμονεύει εκ νέου η ιστορική «κληρονομιά» από την πολιτικό-κοινωνική κουλτούρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία τόσο έντεχνα είχε «κρυφθεί κάτω από το χαλί» κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης. Αυτή η «εκκρεμότητα» τροφοδοτεί διαχρονικά την εξελικτική διαδικασία της ελληνικής πολιτείας διαμορφώνοντας την αμφιταλαντευόμενη συλλογική συνείδηση του σύγχρονου κοινωνικού σώματος.

Δεν αποτελεί υπερβολή ή δικαιολογία η χρήση του όρου «ιδιαιτερότητες», ως προς τα δομικά προβλήματα που αντιμετώπισε η χώρα στην πορεία συγκρότησης του ανεξάρτητου έθνους-κράτους. Αρχικά, σε ολόκληρο τον 18ο αιώνα διαπιστώνεται μια συνολική μεσογειακή «καθυστέρηση», όχι μόνο στο ισλαμικό τμήμα της Μεσογείου αλλά περιλαμβάνει και την Ιβηρική Χερσόνησο, την νότια Ιταλία, ακόμη και τις νοτιότερες περιοχές της Γαλλίας. Τα κέντρα της οικονομικής, πολιτιστικής και πολιτικής δραστηριότητας και ανάπτυξης μεταφέρονται προς τα βόρεια και προς τα δυτικά, προς τις μεγάλες πεδιάδες της δυτικής Ευρώπης και προς τα λιμάνια του Ατλαντικού διασφαλίζοντας έτσι την απρόσκοπτη ροή του εμπορίου και των ιδεών μακριά από τα εύφλεκτα σύνορα με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Από το σημείο αυτό ξεκινά η σχηματοποίηση της ευρωπαϊκής αντίθεσης μεταξύ του «πλούσιου Βορρά» και του «φτωχού Νότου». Το 1821, όταν ξέσπασε η επανάσταση, η Δυτική Ευρώπη βρισκόταν ήδη στα πρόθυρα της βιομηχανικής απογείωσης, κάτι που δεν συνέβαινε στις περιοχές που κυβερνούσε η Υψηλή Πύλη. Η χώρα απέτυχε να συμμετάσχει στη δεύτερη φάση της ευρωπαϊκής Βιομηχανικής Επανάστασης (1830-1870), η οποία χαρακτηρίστηκε από την χρηματοπιστωτική ενσωμάτωση των οικονομιών και την ανάπτυξη βαριάς βιομηχανίας, ενώ αρχίζει να οργανώνει τις οικονομικές υποδομές της επί πρωθυπουργίας Τρικούπη εν μέσω πανευρωπαϊκής οικονομικής ύφεσης κατά την περίοδο 1875-1895.

Οι προσπάθειες αστικού εκσυγχρονισμού που επιχειρεί ο Ελευθέριος Βενιζέλος σκοντάφτουν τόσο στο πρόβλημα της Εθνικής Ολοκλήρωσης που προκύπτει από τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913, όσο και στην αντεπίθεση της «κρατικής αστικής τάξης», την αποκρυστάλλωση του Εθνικού Διχασμού αλλά και στην ατελέσφορη περιπέτεια στην οποία οδήγησε η υιοθέτηση της «Μεγάλης Ιδέας», η οποία ενταφιάζεται οριστικά με την Μικρασιατική Καταστροφή αλλάζοντας τις κοινωνικές και οικονομικές σταθερές τόσο στην «Παλαιά Ελλάδα» όσο και στις «Νέες Χώρες». Μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο και παρά την ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής κατά το διάστημα 1952-1963 λόγω της εισόδου ξένων κεφαλαίων, στην πλειοψηφία τους αμερικανικής προέλευσης, μόνο στις αρχές της δεκαετίας του 1990 καταγράφεται ένα σημαντικό ποσοστό, περίπου 29%, κατανομής του ενεργού πληθυσμού κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας που να ανήκει στον δευτερογενή τομέα (βιομηχανία-βιοτεχνία και οικοδομές-κατασκευές).

Ωστόσο, παρά την προσήλωση των οικονομικών προγραμμάτων του Καποδίστρια και του Όθωνα στην μετατροπή της χώρας σε μια κοινωνία μικροϊδιοκτητών τόσο στην γεωργία, η οποία δεν οργανώθηκε σε καπιταλιστικές βάσεις παρά την ποσοτική της μεγέθυνση, όσο και την ανάπτυξη μικρών εμπορικών επιχειρήσεων με την επιχειρούμενη αστικοποίηση, πρέπει να φτάσουμε το 1871 για να γίνει η πρώτη αγροτική μεταρρύθμιση με αναδιανομή της γης επί Κουμουνδούρου, προσπάθεια η οποία επαναλήφθηκε κάτω από άλλες συνθήκες το 1917 επί Βενιζέλου. Παρ όλα αυτά η χώρα δίνει την μάχη του εκσυγχρονισμού και κατά την περίοδο 1830-1910 εμφανίζονται οι πρώτες ποσοτικές μεταλλαγές καθώς η παραγωγή πολλαπλασιάζεται, το εμπόριο επεκτείνεται, τα χρηματιστικά δίκτυα απλώνονται, η Εθνική Τράπεζα ιδρύεται το 1841 και παρά τον οριστικό συμβιβασμό με το τοκογλυφικό κεφάλαιο στα μέσα του 1843, τα δύο πρώτα χρόνια λειτουργίας συμβάλει στην οικονομική ρευστότητα ειδικά στο τομέα του εμπορίου. Παράλληλα, οι μεγάλες πόλεις και η πρωτεύουσα ακμάζουν, ο δημόσιος τομέας γιγαντώνεται, ενώ δημιουργούνται οι πρώτες βιοτεχνίες και εμφανίζεται το πρώτο κύμα εκβιομηχάνισης, μετά το 1870, που αφορά την παραγωγή τροφίμων, βαμβακερών νημάτων και υφασμάτων. Ωστόσο, η χώρα συνεχίζει να παλεύει με τις αντιθέσεις της, καθώς παρά τις προσπάθειες, «Δεν δημιουργείται η κυριαρχία του βιομηχανικού καπιταλισμού στο σύνολο κοινωνικοοικονομικό σύστημα, κυριαρχία που θα σήμαινε και ένα καθολικότερο ποιοτικό μετασχηματισμό. Αυτό έχει καίριες επιπτώσεις στον τρόπο ενσωμάτωσης της χώρας στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Η νέα ελληνική οικονομία δεν είναι ένας βιομηχανικός καπιταλισμός με διεθνείς ανταγωνιστικές δυνατότητες».

Ως επίλογος μια ακόμη αναφορά στα λεγόμενα του ιστορικού Γιώργου Δερτιλή, «Η ιστορία μια κοινωνίας χαράζεται βαθειά από τον τρόπο και την εξέλιξη της διάθρωσης της με το παγκόσμιο σύστημα. Στο σύστημα αυτό η οικονομική και πολιτική ανισότητα είναι το μοναδικό μόνιμο στοιχείο. Η ανισότητα καθορίζει λοιπόν και τα βασικά ερωτήματα που προκύπτουν όταν αναλύεται ιστορικά η ενσωμάτωση μιας χώρας».

                               

                                        Βιβλιογραφία

1. Γιώργος Δερτιλής, Ελληνική Οικονομία και Βιομηχανική Επανάσταση (1830-1910), (Αθήνα: Σάκκουλας 1984).

2. Γιώργος Μαργαρίτης, Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, κεφ.2, Ο Οθωμανικός χώρος και η συγκρότηση του νέου ελληνισμού, (Πάτρα: E.A.Π. 1999).

3. Σπύρος Μαρκέτος, Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, κεφ.7, από τον Καποδίστρια στον Βενιζέλο: Πολιτική ιστορία, (Πάτρα: E.A.Π. 1999).

4. Σπύρος Μαρκέτος, Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, κεφ.8, οικονομική ιστορία του Ελληνικού κράτους τον 19ο αιώνα, (Πάτρα: E.A.Π. 1999).

5. Κώστας Μαυρέας, Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, κεφ.11, η δημιουργία του αστικού κράτους 1909-1922, (Πάτρα: E.A.Π. 1999).

6. Κώστας Μαυρέας, Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, κεφ.12, η αποτυχία της Δημοκρατίας 1922-1936, (Πάτρα: E.A.Π. 1999).

7. Χρήστος Χατζηιωσήφ, Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, κεφ: Κοινοβούλιο και δικτατορία 1922-1936, (Αθήνα, Βιβλιόραμα 2009).

8. Θανάσης Μποχώτης, Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, κεφ: Εσωτερική πολιτική 1900-1922,             (Αθήνα, Βιβλιόραμα 2009).

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s