Οι ιδιαιτερότητες της πολιτικής οργάνωσης και της κοινωνικής συνοχής στη Σπάρτη της αρχαϊκής και κλασικής εποχής.

                                                                

                                                                            Εισαγωγή

    Στόχος του κειμένου που ακολουθεί είναι η ανάδειξη της ιδιαιτερότητας του πολιτειακού συστήματος της Σπάρτης, μέσα από την καταγραφή και διερεύνηση των θεσμών πολιτικής οργάνωσης και των δομών κοινωνικής συνοχής κατά την αρχαϊκή και κλασική εποχή. Χωρίζεται σε δύο κεφάλαια, στο πρώτο θα παρακολουθήσουμε τις πολιτικές διαδικασίες που οδήγησαν σε συμβιβασμό και άμβλυνση των κοινωνικών αντιθέσεων με αποτέλεσμα την εμφάνιση διοικητικών θεσμών, ενώ στο δεύτερο θα αναλύσουμε τους κοινωνικό-οικονομικούς δεσμούς που οδήγησαν τόσο στην ηγεμόνευση όσο και στην κατάρρευση του Σπαρτιατικού κράτους.

                                     Πολιτικό σύστημα και πολιτική οργάνωση.

      Η επεκτατική πολιτική της Σπάρτης σε περιοχές της Αρκαδίας (τέλη 9ου αιώνα), η προσάρτηση των Μεσσηνιακών εδαφών κατά τον Α! Μεσσηνιακό πόλεμο (τέλη 8ου αιώνα), και η μετατροπή των κατακτημένων πληθυσμών σε είλωτες- δούλους, έχει ως αποτέλεσμα την συγκρότηση της κυρίαρχης βασικής ιδιομορφίας: «Καμιά άλλη Ελληνική πόλη δεν είχε όμοια με την Σπάρτη εδαφική κατάσταση, στην οποία η πόλις και η επικράτεια της δεν συνέπιπταν (όπως ήταν η Αθήνα και η Αττική)».[1]Αυτό σημαίνει ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού της επικράτειας δεν έχει πολιτικά δικαιώματα, τα οποία απολαμβάνουν μόνο οι πολίτες της Σπάρτης.

      Τα νέα εδάφη που κατακτούνται δεν διανέμονται σε ίσους κλήρους, αλλά προς όφελος ολίγων που συσσωρεύουν, τον παραγόμενο από τους είλωτες-καλλιεργητές, πλούτο, εις βάρος της πλειοψηφίας του Σπαρτιατικού δήμου: «(…) ο δε πλούτος είχε συγκεντρωθεί καθ ολοκληρίαν εις ολίγους».[2]Είναι η εποχή όπου βασιλεύει ο Ζευξίδαμος «αυτός που βάζει τον δήμο στον ζυγό», και η κακονομία δοκιμάζει την ενότητα της κοινωνικής συνοχής. [3]

      Η εξέγερση των ειλώτων, στα μέσα του 7ου αιώνα, ο πολυετής πόλεμος που ακολουθεί (B! Μεσσηνιακός), και η τελική νίκη των οπλιτών της Σπάρτης, οδηγούν στην διεκδίκηση του δήμου, την επομένη του πολέμου, του αναδασμού της χώρας. [4] Οι κοινωνικές συνθήκες στην Σπάρτη, που θα οδηγήσουν σε πολιτικές μεταρρυθμίσεις και στη σύνταξη ενός νέου κώδικα νόμων, έχουν ωριμάσει. Η επικράτηση της ευνομίας αποδίδεται στον νομοθέτη Λυκούργο και στο κείμενο της ρήτρας. Η Λυκούργεια ρήτρα (νομοθεσία) αποσκοπούσε στον διαχωρισμό των εξουσιών ανάμεσα στους Βασιλείς και στην Γερουσία, την συμμετοχή των δύο βασιλέων στον θεσμό αυτό ως μέλη, και την εξισορρόπηση  των τριών πηγών εξουσίας: των βασιλέων, της Γερουσίας και της Εκκλησίας του Δήμου.[5]Επιπλέον, ο Πλούταρχος, αποδίδει στον νομοθέτη την υιοθέτηση νέων μέτρων για την «θαρραλέα» διανομή της χώρας, σε 9.000 κλήρους, με βάση την ισότητα και κριτήριο την αρετή. Διοικητικά, ο πληθυσμός χωρίστηκε σε τμήματα που ονομαστήκαν φυλές και ωβές: «φυλάς φυλάξαι και ωβάς ωβάξαι».[6]

Πέρα από τον μύθο του Λυκούργου συγκροτείται η ιστορική πραγματικότητα. Ο Πλούταρχος στην εισαγωγή για τον «βίο του Λυκούργου» αναφέρει ότι μόνο αμφισβητήσιμες πηγές υπάρχουν για την ύπαρξη του νομοθέτη. Ωστόσο, υπάρχει ένα ιστορικό δεδομένο και αυτό είναι ο πολιτικός συμβιβασμός μεταξύ της ολιγαρχίας των γαιοκτημόνων και των οπλιτών που ανήκουν στον δήμο. Χωρίς αμφιβολία η αναδιανομή της γης γίνεται με στόχο την απόκτηση εδαφών από όλους τους Σπαρτιάτες πολίτες. Όμως ο τρόπος αναδιανομής που κατά τον Πλούταρχο στηρίζεται αποκλειστικά στην «αρετή» δεν πρέπει να ευσταθεί γιατί εντάσσεται στα πλαίσια του μύθου της «ιδανικής πολιτείας». Επιπλέον, είναι γνωστός ο τρόπος ιεράρχησης ως προς την διανομή των  «λαφύρων» στις αρχαίες ελληνικές αριστοκρατικές κοινωνίες, μέχρι την εποχή που ισχυροποιείται η θέση του δήμου. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι υπήρχαν ανισότητες, που είχαν να κάνουν τόσο με την έκταση όσο και με την ποιότητα του εδάφους. Οι βασιλικές γαίες, τα γνωστά τεμένη, των προγόνων Μυκηναίων ηγεμόνων, και εδώ ανιχνεύεται μια ιστορική συνέχεια στην πολιτειακή συγκρότηση, είναι σαφώς μεγαλύτερες σε έκταση και καλύτερες στην ποιότητα του εδάφους. Με αυτή την έννοια και οι εκτάσεις που ανήκαν στα μέλη της Γερουσίας είχαν τα ίδια ποιοτικά χαρακτηριστικά. Τίθεται ένα ακόμη ζήτημα, καθώς οι γραπτές πηγές δεν ξεκαθαρίζουν εάν η διανομή της γης σε «9.000 ίσους κλήρους», κατά τον Πλούταρχο, αφορά μόνο τα Μεσσηνιακά εδάφη ή και τα εδάφη της Λακωνικής γης που σταδιακά προσαρτήθηκαν στο Σπαρτιατικό κράτος από τις αρχές του 9ου αιώνα. Όμως τελικά το αποτέλεσμα είναι ότι δεν υπάρχει Σπαρτιατική οικογένεια, μετά τα μέσα του 7ου αιώνα, που να μην έχει ιδιόκτητη έκταση γης από την οποία οι Σπαρτιάτες όμοιοι αποκτούν την δυνατότητα να προσφέρουν το μερίδιο τους στα συσσίτια αλλά και να εξασφαλίσουν την απαραίτητη καθημερινή διατροφή.  

    Οι δύο βασιλείς είναι αρχηγοί του κράτους και  θρησκευτικοί ηγέτες. Κάτοχοι βασιλικών γαιών, διατρέφονται από το κράτος, αρχηγοί των πολεμικών δυνάμεων, ασκούν την εξουσία τους μόνο στις εκστρατείες. Ιερείς του Διός Λακεδαιμονίου και του Διός Ουρανίου, προσφέρουν θυσίες και ζητούν χρησμούς στο όνομα της Σπαρτιατικής πολιτείας.[7]

     Η Γερουσία έχει τα χαρακτηριστικά παλαιάς αριστοκρατικής βουλής. Τα μέλη  προέρχονται από επιφανείς πολίτες της πόλης, υποχρεωτικά άνω των εξήντα ετών και η παρουσία τους είναι ισόβια. Μαζί με τους βασιλείς-αρχηγέτες ανέρχονται σε τριάντα. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ο Λυκούργος νομοθέτησε έτσι ώστε η Γερουσία να είναι ο θεσμός που εξασφάλιζε το μέσο πολίτευμα, δηλαδή, ούτε απολυταρχικό ούτε δημοκρατικό: «(…)έθεσε στο μέσον την αρχή των γερόντων, τρόπον τινά ως έρμα, και ισορρόπησε και απέκτησε την ασφαλέστερη τάξη και σταθερότητα»[8]. Η εκλογή δεν γίνονταν μόνο με κριτήριο τις πολιτικές  ικανότητες αλλά αποτελούσε την επιβράβευση ενός ενάρετου βίου.Στις αρμοδιότητες της είναι τα αδικήματα που συνεπάγονται ποινές θανάτου, εξορίες, στερήσεις πολιτικών δικαιωμάτων, ενώ συντάσσει το προβούλευμα που κατατίθεται στην Εκκλησία του δήμου.[9]

    Οι πέντε έφοροι εκλέγονται απευθείας από την συνέλευση του δήμου, εκφράζουν την «πόλιν», δηλαδή το σύνολο των πολιτών, αμεσότερα από την γερουσία, και εκλέγονται κάθε χρόνο. Για τον θεσμό αυτό τίποτε δεν μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα, εάν είναι αποτέλεσμα των μεταρρυθμίσεων που επέφερε η ρήτρα ή μεταγενέστερος. Είναι εμφανής η προσπάθεια ηγεμόνευσης, έναντι των βασιλέων, στην απονομή δικαιοσύνης και στην χάραξη εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής. Οι διαμάχες μεταξύ του βασιλιά Αρχίδαμου και του εφόρου Σθενελαϊδα κατά τις παραμονές της έναρξης του Πελοποννησιακού πολέμου (432), και η αποτυχία των πολιτικών  μεταρρυθμίσεων, στο δεύτερο ήμισυ του 3ου αιώνα, του Άγη Δ! και Κλεομένη Γ! αποτελούν αξιόπιστα παραδείγματα.

    Η Εκκλησία του δήμου, η Απέλλα, συγκροτείται από πολίτες που είναι 30 ετών με πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Συνεδριάζει περιοδικά «από εποχή σε εποχή» μεταξύ δύο τοποθεσιών που ονομάζονται Βαβύκα και Κνακιών. Κατά τον Πλούταρχο, ο ποιητής Τυρταίος κάνει αναφορά σε μια τροποποίηση της Λυκούργειας ρήτρας με την οποία επιτρέπεται στους βασιλείς και στην Γερουσία να διαλύουν την συνέλευση του λαού εάν οι αποφάσεις κρίνονταν ως ανεφάρμοστες.[10] Οι συνεδριάσεις διευθύνονται μέχρι τον 6ο αιώνα από τους βασιλείς, ενώ μετέπειτα η ευθύνη ανήκει στους εφόρους. Οι απλοί πολίτες δεν έχουν την δυνατότητα να συμμετέχουν στην διαμόρφωση των προτάσεων, μπορούν απλά να τις δεχθούν ή να τις απορρίψουν, χωρίς να έχουν το δικαίωμα  τροποποιήσεων. Στην δικαιοδοσία της Απέλλας ανήκαν όλες οι πτυχές του δημόσιου βίου, θέματα πολέμου, ειρήνης, σύναψη συμμαχιών, εκλογές δημοσίων λειτουργών και η ψήφιση νόμων.Η Διαδικασία της ψηφοφορίας γίνονταν δια βοής, δεν υπήρχε ούτε μυστική ψηφοφορία, ούτε ανάταση των χεριών. [11]

Δεν πρέπει να βλέπουμε το πολίτευμα της Σπάρτης ως ένα στατικό, χωρίς εξέλιξη, σύστημα. Οι διαμάχες, ειδικά στην εξωτερική πολιτική, οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των εφόρων και των βασιλέων με την διαρκώς αυξανόμενη ισχύ του θεσμού των εφόρων που εκφράστηκε μέσα από την αυστηρή επιτήρηση της δυναμικής των βασιλέων στο στρατιωτικό επίπεδο, και η διαχρονική πάλη για την διαμόρφωση του ρόλου της Απέλλας στις κρίσιμες αποφάσεις, αποτελούν δείγματα ενός πολιτικού μοντέλου σε κινητικότητα. Χαρακτηριστικό δείγμα η Απέλλα. Οι οπλίτες που συγκροτούν την πλειοψηφία του δήμου, μέσα από σταδιακές φάσεις, ειδικά μέσα από νικηφόρους επεκτατικούς πολέμους στους οποίους ο ρόλος τους καθορίζει το αποτέλεσμα, αποκτούν δικαιώματα όχι μόνο στην ιδιοκτησία της γης αλλά και στην έγκριση ή απόρριψη αποφάσεων που διαμορφώνουν την πολιτική της Σπάρτης.  Από την άλλη πλευρά βλέπουμε ότι ακριβώς την εποχή (γύρω στα μέσα του 7ου αιώνα) που βρίσκεται υπό διαμόρφωση η πολιτική δυναμική του δήμου, γίνονται προσπάθειες από τους βασιλείς Θεόπομπο και Πολύδωρο για περιορισμό της εξουσίας του. Εάν σε αυτά προσθέσουμε την καθοριστική αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής με την σύναψη της πελοποννησιακής συμμαχίας(αρχές 5ου αιώνα) , τότε ισχύει το συμπέρασμα για ένα πολιτικό σύστημα σε κινητικότητα  από την αρχαϊκή έως και την ελληνιστική περίοδο.Η ιδιαιτερότητα του πολιτεύματος της Σπάρτης βρίσκεται στην δομή του, που το καθιστά μοναδική περίπτωση σε ολόκληρο τον Ελληνικό κόσμο. Είναι μικτό και έχει στοιχεία από τους θεσμούς της βασιλείας, της ολιγαρχίας και της δημοκρατίας.

Βέβαια, δεν πρέπει να υπάρχουν παρερμηνείες σχετικά με το είδος της Δημοκρατίας που ήταν έμμεσο και όχι άμεσο όπως στην Αθήνα. Για παράδειγμα, ο δυναμικότερος πολιτικός θεσμός, αυτός των εφόρων, μπορεί να εκλέγεται απευθείας από τον Σπαρτιατικό δήμο όμως δεν αποτελεί οργανικό μέρος του δήμου όπως οι επιτροπές διαχείρισης των υποθέσεων της Αθηναϊκής δημοκρατίας. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για ένα είδος «αντιπροσώπευσης», αν και είναι εμφανής η προσπάθεια αυτονομοποίησης του θεσμού σε λειτουργικό επίπεδο από το σώμα των εκλεκτόρων (Σπαρτιατικός δήμος).

Το ζήτημα που πάντα απασχολούσε την πολιτική ζωή στης Σπάρτης ήταν η εξισορρόπηση  της δύναμης των θεσμών. Αυτή η λογική επιβάλλεται, αρχικά, από την γεωπολιτική ιδιαιτερότητα που διαμορφώνεται σε τοπικό επίπεδο πάνω στην οποία είναι υποχρεωμένη η Σπαρτιατική πολιτεία να επιβάλλει την εξουσίας της, ως απαραίτητο όρο της ύπαρξη της, ενώ στην συνέχεια, κατά την κλασσική περίοδο, στην ανάδειξη ως ηγεμονεύουσα δύναμη σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο μέσω της στρατιωτικής αντιπαράθεσης με την Αθήνα. Είναι λοιπόν φανερό ότι η επιτυχής αντιμετώπιση των κινδύνων που απειλούν την ηγεμονία της, τόσο σε τοπικό, με τις συνεχείς εξεγέρσεις των ειλώτων, όσο και σε ευρύτερο γεωγραφικό πλαίσιο με την συνεχή ενδυνάμωση της Αθήνας, θέτει ως απαραίτητο όρο την διαχρονική και αδιάσπαστη κοινωνική συνοχή στο εσωτερικό της πολιτείας.                 

                                      Κοινωνική συνοχή και κοινωνικοοικονομικοί δεσμοί.

    Στο Σπαρτιατικό κράτος διακρίνονται δύο κατηγορίες πολιτών: Μια ανώτερη, οι όμοιοι, η μοναδική με πλήρη πολιτικά δικαιώματα και μία κατώτερη, οι περίοικοι, σε ξεχωριστούς οικισμούς, με σχετική αυτονομία, χωρίς πολιτικά δικαιώματα. Οι είλωτες θεωρούνται αιχμάλωτοι ενός πολέμου χωρίς τέλος. Καλλιεργούσαν την γη και απέδιδαν ένα μέρος της παραγωγής στις Σπαρτιατικές οικογένειες. Αργότερα, σε εποχές που ο Σπαρτιατικός στρατός των ομοίων αντιμετωπίζει πρόβλημα λειψανδρίας (Πελοποννησιακός πόλεμος 431-404), ένα μέρος από τους είλωτες εντάσσονται σαν ξεχωριστό σώμα με αντάλλαγμα την απελευθέρωση τους αποτελώντας τους νεοδαμώδεις πολίτες.

Συνεπώς ή περίφημη ισότητα μεταξύ των Σπαρτιατών ομοίων εξαρτάται και στηρίζεται στην κυρίαρχη ανισότητα που προκύπτει από τον αποκλεισμό και την υποδούλωση των διαφορετικών φυλετικών κοινωνικών τάξεων. Άρα, έχουμε μια κυρίαρχη πολιτική τάξη, με τις όποιες εσωτερικές διαστρωματώσεις, η οποία αρχικά συγκροτείται στα πλαίσια της φυλετικής καθαρότητας των Δωρικών φυλών που εισέβαλαν στα εδάφη της Λακεδαίμονος κατά τον 10ο αιώνα, και μετέπειτα από την προσπάθεια καθιέρωσης και επιβολής των προνομίων που αποκτήθηκαν διαχρονικά πάνω σε έναν πολυπληθέστερο, χωρίς δικαιώματα, πληθυσμό, που διαχειρίζεται την παραγωγική διαδικασία ενός κράτους με έκταση πάνω από 200.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, τα οποία συγκροτούν την επικράτεια, μέρος της οποίας είναι η Σπαρτιατική πόλις. Αυτή είναι μια βασική ιδιομορφία, συγκρινόμενη με την πόλη-κράτος της Αθήνας στην οποία η απόκτηση πολιτικών δικαιωμάτων εξαρτάται, μέχρι ένα σημείο, από τον καταμερισμό εργασίας και την θέση στην παραγωγή του Αθηναίου πολίτη. Παράδειγμα, η κυρίαρχη θέση του ελεύθερου αγρότη οπλίτη στον δήμο της Αθήνας, κατά την κλασική περίοδο, ο οποίος μετέχει δυναμικά όχι μόνο στην παραγωγική διαδικασία της πόλης αλλά και στην συμμετοχή και λήψη των αποφάσεων.

    Για να αποκτήσει κάποιος την ιδιότητα του ομοίου θα έπρεπε να έχει γεννηθεί από Σπαρτιάτες γονείς, να είναι αρτιμελής κατά την γέννηση του, να ακολουθήσει τα στάδια της αγωγής, να εκλεγεί μέλος μια ομάδας δεκαπέντε ανδρών, να μετέχει στις δραστηριότητες της, στα συσσίτια, να μην υποπέσει σε παράπτωμα, σε ατιμία, που σήμαινε την στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων και τον υποβιβασμό σε υπομείονα.[12]Οι όμοιοι είναι συνειδητά εκτός οικονομικών και χειρωνακτικών ασχολιών, τις οποίες έχουν αναλάβει οι μεν περίοικοι σε επίπεδο βιοτεχνικής παραγωγής και εμπορίου, οι δε είλωτες στην παραγωγή του αγροτικού προϊόντος.

    Το εκπαιδευτικό σύστημα στην Σπάρτη είναι κρατική υπόθεση, σε αντίθεση με την Αθήνα, που η εκπαίδευση ανατίθεται σε ιδιώτες δασκάλους. Σε ηλικία επτά ετών τα παιδιά ενσωματώνονταν στην διαδικασία της αγωγής μέχρι το εικοστό έτος. Κατατάσσονταν σε δύο ομάδες, στις βουές και στις ίλες. Η βασική εκπαίδευση αποσκοπούσε στην ομαδική συναναστροφή και συνεργασία, στην καθημερινή άσκηση του σώματος, στην διδαχή της πειθαρχίας και του ασκητικού τρόπου διαβίωσης, υπό την επίβλεψη του παιδονόμου. Γράμματα μάθαιναν τα απολύτως αναγκαία. Το επόμενο βήμα, στην εφηβική τους ηλικία, ήταν η απόκτηση στρατιωτικής εκπαίδευσης μέσω σκληραγώγησης και αγώνων αντοχής. Οι αγώνες αυτοί διεξάγονταν κατά την διάρκεια θρησκευτικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων, γεγονός που σημαίνει ότι η εκπαίδευση των νέων ήταν στενά συνδεδεμένη με την λατρεία των ηρώων και των θεών.[13] Στο τελικό στάδιο σχημάτιζαν την κρυπτεία, δηλαδή ομάδες που περιπολούσαν την νύκτα στην ύπαιθρο, φόνευαν  τους πιο ρωμαλέους είλωτες, λόγω του διαρκούς φόβου μιας πιθανής εξέγερσης. Η αγωγή απέβλεπε στην δημιουργία υπάκουων στρατιωτών με ανδρεία, τόλμη και μαχητικότητα και ενός τύπου πολίτη με πίστη στους νόμους και τους θεσμούς και με ομοιομορφία στις σκέψεις και στις αντιδράσεις.[14]

Παρ όλα αυτά και εδώ εμφανίζονται εγγενείς ανισότητες μεταξύ των εκπαιδευόμενων Σπαρτιατών. Μόνο που αυτές οι ανισότητες αφορούν φυσικές αδυναμίες, όπως το μέγεθος της ατομικής αντοχής που προκύπτει από τα αγωνίσματα και τον σκληρό τρόπο διαβίωσης. Πάνω στην αντοχή χτίζεται ο κοινωνικός ανταγωνισμός και η πίεση της κοινής γνώμης των ομοίων. Ουδείς Σπαρτιάτης δικαιούται να αποτύχει στην εκπαίδευση, να λυγίσει στην μάχη ή να μειοδοτήσει στις σταθερές που συγκροτούν τον κοινωνικό ιστό της πόλης. Από την άλλη, η ίδια η πόλη επιβραβεύει τους καλύτερους με αξιώματα που τους προσφέρει τόσο στην παιδική τους ηλικία μέσω της αγωγής, όσο και στην ενηλικίωση τους μέσω του θεσμού των συσσιτίων, θέτοντας με αυτό τον τρόπο μια καθετοποιημένη μορφή ιεραρχίας σε όλες τις ηλικίες της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

    Μετά την αγωγή, η συμμετοχή στα καθημερινά συσσίτια, που ονομάζονταν και φειδίτια, παρείχε το αναγκαίο κοινωνικό υπόβαθρο για τον στρατιωτικό τρόπο ζωής. Η επιλογή των υποψηφίων γινόταν με αυστηρά κριτήρια, ενώ η μη εκλογή αποτελούσε τον καθοριστικό λόγο αποκλεισμού από το σώμα των ομοίων και πιθανά από τον στρατό. Οι μερίδες φαγητού δεν προέρχονταν από τις κρατικές αποθήκες αλλά από την ικανότητα κάθε μέλους να εξασφαλίζει την μερίδα που του αναλογούσε. Επομένως, η ιδιότητα του πολίτη βρίσκεται σε πλήρη συνάρτηση με την δυνατότητα του κάθε ατόμου ξεχωριστά, να συνεισφέρει μια καθορισμένη ελάχιστη ποσότητα αγροτικών προϊόντων.[15] Όσοι αδυνατούσαν να ανταποκριθούν σε αυτή την υποχρέωση έπαυαν να είναι μέλη των συσσιτίων με συνέπεια των απώλεια των πολιτικών τους δικαιωμάτων.

Δεν πρέπει να θεωρούμε τον θεσμό των συσσιτίων ως απλά καθημερινά γεύματα, αλλά ως μια αδιάσπαστη συνέχεια της αγωγής.  Οργανωμένοι σε δεκαπενταμελείς ομάδες, οι Σπαρτιάτες, διαμόρφωναν την «κοινή κουλτούρα» των ομοίων. Ενθαρρύνονταν οι συζητήσεις θεμάτων που αφορούσαν την πολιτική λειτουργία της πόλης, ενώ απάγγελναν ηρωική ποίηση του Τυρταίου με αντικείμενο τα κατορθώματα του Σπαρτιατικού στρατού αλλά και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να μάχεται ο Σπαρτιάτης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος που οργανώνονταν οι συζητήσεις έτσι ώστε ο ερωτώμενος ή ο εισηγητής να μπορεί να εκφράζεται με τρόπο λιτό και σαφή χωρίς περεταίρω κατάχρηση του λόγου. Η ποσότητα και η ποιότητα της διατροφής (λαχανικά, κριθαρένιο παξιμάδι η λεγόμενη μάζα, και σε τακτά διαστήματα σούπα από χοιρινό ο μέλανας ζωμός) ήταν κοινή για όλους, χωρίς εξαιρέσεις, σε όποια βαθμίδα της ιεραρχίας και αν βρίσκονταν.

    Η Σπαρτιατική πολιτεία προσπαθεί να μετατοπίσει τον συνεκτικό δεσμό της οικογένειας προς τις κοινωνικές ομάδες της πόλης. Η οικογένεια συνολικά έχει ελαχιστοποιηθεί ως μονάδα στοργής ή εξουσίας και αντικαθίσταται από τις τάξεις ηλικίας, τα επίλεκτα σώματα, τα συσσίτια.[16] Τα βάρη και οι υποχρεώσεις για την διαχείριση του οίκου ανήκαν στον γυναικείο πληθυσμό. Από την ικανότητα της συζύγου στην οργάνωση του οίκου εξαρτιόνταν η κοινωνική θέση της οικογένειας. Στην ηλικία των επτά ετών, ενώ τα αγόρια ακολουθούσαν την αγωγή, τα κορίτσια αποκτούσαν μια συνετή και φροντισμένη εκπαίδευση για να ανταποκριθούν στον μελλοντικό τους ρόλο ως σύζυγοι και μητέρες. Η τεκνοποιία αποτελεί τον απαραίτητο όρο της διαιώνισης του στρατιωτικοπολιτικού έμψυχου δυναμικού, και αποτελεί το ύψιστο καθήκον προς την πολιτεία, τόσο του άνδρα όσο και της γυναίκας. Ο Ξενοφών εξιστορεί πως ο Λυκούργος «(…) κρίνοντας ότι η μεγαλύτερη αποστολή τους ήταν η τεκνοποιία, αρχικά θεσμοθέτησε (τα κορίτσια) να αθλούνται όμοια με τα αγόρια. Έπειτα, όπως και στους άνδρες, καθόρισε να γίνονται μεταξύ των γυναικών αγώνες δρόμου και δύναμης, πιστεύοντας ότι με γυμνασμένους και τους δύο γονείς τα παιδιά τους θα γεννιούνταν πολύ εύρωστα».[17] Στην Σπαρτιάτισσα αναγνωρίζονταν η κατοχή των κληρονομικών δικαιωμάτων, τα οποία μπορούσε να διατηρήσει και μετά τον γάμο της. Η δυνατότητα των γυναικών να έχουν παραπάνω από ένα σύζυγο ή εραστή, αποτελούσε αναγνωρισμένο δικαίωμα, με βάση, πάντα, την τεκνοποιία.[18]Στις γυναίκες της Σπάρτης είχε ανατεθεί η οργάνωση θρησκευτικών τελετών προς τιμή της Θεάς Δήμητρας και Αρτέμιδος. Αν και δεν συμμετείχαν ούτε στην Απέλλα, ούτε στην Γερουσία, είχαν μια ασυνήθιστη επιρροή στην λήψη  των αποφάσεων λόγω του δυναμικού χαρακτήρα τους αλλά και της ελευθερίας του λόγου που απολάμβαναν. Γενικά η Σπαρτιατική κοινωνία δεν ευνοεί την δημιουργία απαθών χαρακτήρων λόγω της διαφοράς φύλου. Όλα τα στοιχεία συγκλίνουν στην άποψη ότι, ανάλογα με τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής και σε σύγκριση με άλλες πόλεις-κράτη, όπως η Αθήνα, η θέση της γυναίκας στην Σπάρτη είχε καθοριστική σημασία.

Έχουν κατατεθεί απόψεις, συχνά διαφορετικές, τόσο από σύγχρονους μελετητές όσο και από πηγές της κλασικής περιόδου σχετικά με το θέμα της ελευθεριότητας των Σπαρτιατισσών στις ερωτικές σχέσεις. Σε κοινωνίες που επενδύουν την συνοχή τους στην ομοιομορφία είναι λάθος να προτάσσουμε το «μερικό» αγνοώντας το «όλο», δηλαδή τον ζητούμενο συλλογικό στόχο και σκοπό. Και είναι επίσης λάθος να αναζητούνται επικολλήσεις και ιστορικοί αναχρονισμοί συγκρίνοντας κοινωνικές νοοτροπίες που τις χωρίζουν δεκάδες αιώνες εξελικτικής διαδικασίας. Είναι γενικά αποδεκτό πως οι Σπαρτιάτισσες δεν ήταν προσανατολισμένες στην μονογαμία. Το φαινόμενο αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με την εμφάνιση ασέβειας προς την συζυγική σχέση, αλλά με την επιθυμία των γυναικών να προσφέρουν στην πολιτεία μέσω της τεκνοποιίας, τους απαραίτητους ανθρώπινους πόρους για την διαχρονική σταθερή εδραίωσης της σε ένα εχθρικό γεωπολιτικό περιβάλλον μέσω της στελέχωση της τόσο πολιτικά όσο και στρατιωτικά. Ο σύζυγος, ειδικά σε προχωρημένη ηλικία, ήταν ενήμερος για τις επιλογές της συζύγου, υπήρχε αποδοχή εκ μέρους του, ενώ η γυναίκα ήταν ελεύθερη να επιλέξει τον ερωτικό σύντροφο της χωρίς να υπόκειται σε κάποια υποχρεωτική διαδικασία. Η οργανωμένη πολιτεία αποδέχονταν την ερωτική συνεύρεση των γυναικών με διαφορετικούς άνδρες αλλά παράλληλα πίεζε τα μέλη της να παντρεύονται σε σχετικά μικρή ηλικία. Η δημογραφική ύφεση αποτελεί τον μεγαλύτερο φόβο για την Σπαρτιατική κοινωνία καθώς οι απώλειες από πολέμους και η διείσδυση των κατωτέρων υποτελών τάξεων στον στρατό αποτελούσαν σαφή αλλοίωση των βασικών χαρακτηριστικών της.  Συνεπώς η «απιστία» τόσο με την έννοια που επικρατούσε στις υπόλοιπες πόλεις κράτη, όσο και με την έννοια που τελικά επικράτησε στην σύγχρονη εποχή πρέπει να αποκλειστεί.

Ένα ακόμη φαινόμενο που θα πρέπει να αναλυθεί, είναι η ύπαρξη ή μη ομοφυλοφιλικών σχέσεων. Και εδώ ισχύει η ίδια προβληματική προσέγγιση της ένταξης του «μερικού» στο «όλο». Ο Σπαρτιάτης όμοιος ζει διαρκώς με τους συντρόφους του συμπολεμιστές και αποτελούν τα μοναδικά «τείχη»  προστασίας της πόλης. Ο τρόπος διαβίωσης του διαμορφώνεται στις συσκηνίες, στα κοινά γεύματα, ενώ στην μάχη εναποθέτει την σωματική ακεραιότητα του στην ασπίδα του διπλανού συμπολεμιστή, ενώ πιθανά ανήκουν στην ίδια ομάδα συσσιτίων. Εξαρτά την διάπλαση του χαρακτήρα, την ίδια του την ζωή, από την ικανότητα της ομαδικής λειτουργίας. Δεν έχει μια φυσιολογική έγγαμη σχέση, βρίσκεται συνεχώς υπό τις διαταγές της πολιτείας, τουλάχιστον μέχρι εξήντα χρόνων, που σταματούν τα στρατιωτικά του καθήκοντα. Ακόμα και σε ειρηνικές περιόδους αφιερώνει τον περισσότερο χρόνο της ημέρας στην στρατιωτική εκπαίδευση και συμμετοχή στην συλλογική ζωή της πόλης. Επομένως οι προσωπικοί δεσμοί που ενώνουν τους ομοίους είναι εκ των πραγμάτων πολύ στενοί. Ο Ξενοφών και ο Πλούταρχος αναφέρουν ότι οι σχέσεις μεταξύ των ανδρών είναι σε επίπεδο αδελφών και πατέρων με γιών, ενώ οι ερωτικές σχέσεις είναι ποινικά και ηθικά κολάσιμες. Ο Πλάτωνας, ενώ στο συμπόσιο (128b) χαρακτηρίζει ως διφορούμενη την στάση Αθηναίων και Λακεδαιμονίων, στην Πολιτεία αναφέρει ότι «ο εραστής αγκαλιάζει τον αγαπημένο του σαν να ήταν γιός του». Αντίθετα στους Νόμους δέχεται την ύπαρξη σεξουαλικών σχέσεων. Από τους σύγχρονους ιστορικούς ο Cartledge δέχεται ανεπιφύλακτα την ύπαρξη ερωτικών σχέσεων, ο Baltrusch συγκλίνει περισσότερο προς τον Ξενοφώντα και τον Πλούταρχο ενώ ο Levy δέχεται την ύπαρξη σχέσεων παιδεραστίας ως υποκατάστατο του γονικού προτύπου. Οι πληροφορίες που προέρχονται από τις αρχαίες πηγές δεν είναι πάντα απόλυτα ασφαλείς, και αυτό γιατί λόγω της ξενηλασίας, αλλά και της απαγόρευσης ταξιδιών των Σπαρτιατών εκτός της πόλης, η πρωτογενής πληροφόρηση είναι από ανεπαρκής ως ελάχιστη. Επιπλέον θα πρέπει να συνυπολογίσουμε τις προσωπικές πολιτικές πεποιθήσεις των αρχαίων συγγραφέων, όπως π.χ. ο Ξενοφών, ο οποίος είναι θαυμαστής του Σπαρτιατικού πολιτεύματος. Το παράδοξο είναι ότι σε αυτές τις πηγές στηρίζονται όλοι οι σύγχρονοι μελετητές. Για να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα θα πρέπει να δούμε εάν αυτές οι επιλογές είναι μεμονωμένες ή επηρεάζουν καθοριστικά την λειτουργία των ομοίων ως αδιάσπαστο σύνολο. Και θα πρέπει να εξετάσουμε εάν το φαινόμενο αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της συγκρότησης του κοινωνικού ιστού της πόλης. Προφανώς αυτό δεν ισχύει, δεν αποτελεί χαρακτηριστικό της κοινωνικής συνοχής, και δεν απεικονίζει κάποιο πρότυπο κοινοτικής ομοιομορφίας καθώς άλλοι είναι οι θεσμοί αλλά και οι ηθικοί νόμοι που επηρεάζουν τις ιδιαιτερότητες της Σπαρτιατικής πολιτείας. Επομένως το να γενικεύουμε εξαιρέσεις και να αγνοούμε τον κανόνα είναι πρωτίστως αντιεπιστημονική προσέγγιση. Επιπλέον υπάρχει και το φαινόμενο καταδίκης τέτοιων πρακτικών, στα μέσα του 4ου αιώνα, κατά την περίοδο που οι Σπαρτιάτες βλέπουν την ευνομία του Λυκούργου να γκρεμίζεται, επομένως κατατάσσουν τέτοια φαινόμενα μέσα στα πλαίσια μιας συνολικής κοινωνικής κατάρρευσης.

     Οι θρησκευτικές τελετές εκφράζουν την διαμόρφωση της κοινωνικής συνοχής μέσω της πολιτισμικής συνέχειας των Δωριέων και της λατρείας των θεών της πόλης. Διοργανώνονται πολιτιστικές, αθλητικές εκδηλώσεις, με αγώνες αντοχής όπως η διαμαστίγωση των νέων στο ιερό της Ορθίας Αρτέμιδος, τα Υακίνθεια προς τιμή των θεών Απόλλωνα και Υακίνθου και τα Κάρνεια με τις γυμνοπαιδιές προς τιμή του Θεού Απόλλωνα.

Η σημασία της λατρείας και της ευσέβειας των Σπαρτιατών προς τους θεούς μοιάζει να είναι καθοριστική για την συγκρότηση και λειτουργία της πόλης. Αναφέραμε παραπάνω την ρήτρα του Λυκούργου η οποία αποτελεί ένα κείμενο πολιτικού συμβιβασμού μεταξύ των κοινωνικών στρωμάτων της Σπαρτιατικής πόλης κατά την αρχαϊκή περίοδο. Από τον αναγκαίο συμβιβασμό προέκυψε η ευνομία του πολιτειακού συστήματος μέχρι περίπου τις αρχές του 4ου αιώνα. Η ηθική νομιμοποίηση της συμφωνίας αποδίδεται στην επιθυμία του θεού Απόλλωνα, στον οποίο αποδίδονται πάντα οι μεγαλύτερες τιμές. Η ρήτρα παρουσιάστηκε από τον Λυκούργο ως η απάντηση του μαντείου των Δελφών για την αντιμετώπιση της κακονομίας που ταλαιπωρούσε την Σπάρτη μέχρι τα μέσα του 7ου αιώνα. Συνεπώς, η πολιτική συμφωνία που ακολούθησε στηρίζεται πάνω ακριβώς σε αυτή την επιθυμία του θεού. Αποτελεί το ιδεολογικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο χτίζεται η απαραίτητη κοινωνική ειρήνη.

    Εάν η επιτυχία της στρατιωτικής οργάνωσης πρέπει να μετρηθεί από τις επιτυχίες στα πεδία των μαχών, τότε η ετυμηγορία πρέπει να είναι θετική. Ο Σπαρτιατικός στρατός ήταν καλύτερος από οποιονδήποτε άλλον, με περισσότερο σφρίγος και μεγαλύτερη ευελιξία, χάρη στην ανώτερη φυσική κατάσταση, την καλύτερη εξάσκηση και πειθαρχία, την μεγαλύτερη υπακοή.[19]Ο Ξενοφών μας περιγράφει με πολύ ζωντανές εικόνες, την εφαρμογή πολύπλοκων τακτικών κατά την διάρκεια της μάχης, δείγμα της άρτιας εκπαίδευσης.[20] Στα πλαίσια της στρατιωτικοπολιτικής οργάνωσης, η διά βίου εκπαίδευση δεν χαλαρώνει σε καμία φάση της ηλικίας: «Κανείς δεν είχε το δικαίωμα να ζει όπως ήθελε, αλλά ζούσε διαρκώς στην πόλη σαν σε στρατόπεδο, ακολουθώντας ορισμένους νόμους και ασχολούμενοι με τα κοινά και γενικώς νόμιζαν ότι δεν ανήκαν στους εαυτούς τους αλλά στην πατρίδα».[21]

ΟΣτρατός της Σπάρτης αποτελεί την εγγύηση για την αυτονομία και την αυτάρκεια της πόλης. Είναι ο θεματοφύλακας του πολιτειακού συστήματος και η ασφάλεια των συμμαχικών πόλεων. Όμως δεν λειτουργεί αυτόνομα, δηλαδή παρά την θέληση της πολιτείας, γιατί τα μέλη του ανήκουν στην Απέλλα, στην συνέλευση του δήμου, επομένως η όποια στρατιωτική δράση συναποφασίζεται και συνδιαμορφώνεται στα πλαίσια της μορφής που λαμβάνει η εκάστοτε επιλογή της συνέλευσης σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Στις αρχές του 5ου αιώνα γίνεται αντιληπτό ότι οι επεκτατικές πολιτικές μέσω πολέμων κοστίζουν ακριβά όχι μόνο σε απώλεια ανθρώπινου δυναμικού αλλά βάζει σε συνεχή δοκιμασία την εσωτερική λειτουργία λόγω του διαρκούς φόβου μιας ανεξέλεγκτης εξέγερσης των ειλώτων. Έτσι, η προσπάθεια για στρατιωτική ηγεμονία επί των υπολοίπων πόλεων της Πελοποννήσου μετατρέπεται σε πολιτική ηγεμονία. Η εξωτερική πολιτική της Σπάρτης εκφράζεται πλέον μέσω της Πελοποννησιακής Συμμαχίας η οποία σταδιακά εξελίσσεται όχι μόνο ως συμμαχία πόλεων απέναντι στην Περσική απειλή αλλά και σαν αντίβαρο στην επεκτατική πολιτική της Αθήνας.  Η Σπαρτιατική διπλωματία δείχνει πολύ πιο ευέλικτη, πολύ πιο ισορροπημένη, από την εικόνα μιας άτεγκτης και απομονωμένης πολιτείας που αρκετοί σύγχρονοι μελετητές προσπαθούν να οικοδομήσουν, τουλάχιστον στον τομέα αυτό.  Η απροθυμία της Σπάρτης να εμπλακεί πολεμικά στα γεγονότα της Κέρκυρας (433) και στην Ποτίδαια (432), αφορμές που οδήγησαν τελικά στην έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου, η εγκράτεια με την οποία αντιμετωπίζει τις αυξανόμενες πιέσεις της δυνατότερης συμμάχου, της Κορίνθου, για άμεση στρατιωτική επέμβαση εναντίον της Αθήνας και η δραματική διπλή συνέλευση του δήμου ο οποίος για πρώτη φορά εμφανίζεται χωρισμένος σε δύο πλευρές, μέχρι να παρθεί η τελική απόφαση της κήρυξης πολέμου στην Αθήνα (431), μαρτυρά πως η εξωτερικής της πολιτική είχε προσαρμοστεί στα πλαίσια της διατήρησης των κεκτημένων. Η επιλογή αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με την ύπαρξη υποχωρητικότητας σε στρατιωτικό επίπεδο, όπου ο στρατός της αποτελεί τον λόγο που η αίγλη της σταθεροποιείται κατά τον 5ο αιώνα και εκτός Πελοποννήσου (Θερμοπύλες 480, Πλαταιές 479, τελική νίκη επί της Αθήνας 404).

Η Σπάρτη δείχνει να καταλαβαίνει ότι ο Πελοποννησιακός πόλεμος μπορεί να επιφέρει ανεξέλεγκτες συνέπειες πάρα την όποια, πιθανά, νικηφόρα έκβαση του. Είναι η πόλη που επανέρχεται συνεχώς σε όλη την διάρκεια του με προτάσεις ανακωχής και ειρήνευσης προς την αντίθετη πλευρά. Είναι επίσης η πόλη που διαφωνεί κάθετα με την ισοπέδωση της ηττημένης Αθήνας παρά τις πιέσεις των Κορινθίων και των Θηβαίων. Και είναι αυτή που τελικά αποδέχεται την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Αθήνα το 403-402, όχι από κάποια μεταφυσική ανησυχία ή θαυμασμό προς την αντίπαλο αλλά επειδή βλέπει μακριά στον πολιτικό ορίζοντα την Αθήνα ως το απαραίτητο ανάχωμα της μελλοντικής ηγεμονίας των Θηβαίων. Για αυτό και την χρειάζεται ως απαραίτητο εξισορροπητικό παράγοντα σε μελλοντικό χρόνο. Οι εξελίξεις θα δικαιώσουν με απρόσμενο τρόπο τους φόβους της Σπάρτης (συμμαχία Αθηναίων – Θηβαίων, Κορινθιακός πόλεμος 397-385) και έτσι δεν θα μπορέσει να αποτρέψει τις μακροπρόθεσμες συνέπειες του Πελοποννησιακού πολέμου που θα την αναγκάσουν να αντιμετωπίσει τους χειρότερους εφιάλτες της.

Θα μπορούσε η Σπάρτη να αποφύγει την εμπλοκή της στον πόλεμο αυτό; Προφανώς και όχι. Δεν είχε άλλη επιλογή λόγω της μετατροπής της Α! Αθηναϊκής συμμαχίας, που ιδρύθηκε το 478/77, από αμυντική ενάντια στον Περσικό κίνδυνο σε καθαρά ιμπεριαλιστική και επιθετική, με την απόλυτη ηγεμονία της Αθήνας να απειλεί όχι μόνο τα μέλη της αλλά και τις σύμμαχες πόλεις της Σπάρτης, ειδικά της κυριότερης, της Κορίνθου. Έτσι η Σπάρτη αναγκάστηκε να συμμετάσχει σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο που διήρκησε 27 χρόνια και κατά τον οποίο παρά την νικηφόρα έκβαση του, έβλεπε αργά αλλά σταθερά να αλλοιώνονται όλες εκείνες οι κοινωνικές σταθερές που κατακτήθηκαν από την ευνομία της Λυκούργειας ρήτρας. Αν και έκανε σημαία της το σύνθημα «ελευθερία και αυτονομία σε όλες τις ελληνικές πόλεις», οι ανάγκες ενός ιδιαίτερα σκληρού και αμφίρροπου πολέμου, την ανάγκασαν να προσαρμόσει τις συμμαχίες της, να αλλάξει τις παραδοσιακές πολεμικές τακτικές της, να αποδεχθεί προσωπικές πολιτικές  στρατιωτικών αξιωματούχων της (Λύσανδρος, αρχηγός στόλου), να δεχθεί την εισροή πλούτου και χρημάτων στην πόλη τόσο από λάφυρα όσο και από την ναυπήγηση στόλου με χρήματα του Σατράπη της Περσικής επαρχίας της Λυδίας Κύρου, κατά το τελευταίο σκέλος του πολέμου (Δεκελεικός πόλεμος 413-404). Έτσι, μετά από 30 χρόνια αλλαγών στο εσωτερικό της και αλλεπάλληλων πολεμικών συμπλοκών με την Θήβα και την Αθήνα, ο Σπαρτιατικός στρατός εμφανίζεται στα Λεύκτρα για να αντιμετωπίσει τις δυνάμεις της Θήβας, το 371, με 700 Σπαρτιάτες οπλίτες εν μέσω ενός συμμαχικού εκστρατευτικού σώματος 10.000 οπλιτών, κάτι μου μαρτυρά την προφανή λειψανδρία του αμιγώς Σπαρτιατικού στρατού. Στην μάχη που ακολουθεί, γράφεται το οριστικό τέλος της ηγεμονίας της στον Ελλαδικό χώρο καθώς οι δυνάμεις της Σπάρτης και οι σύμμαχοι της συντρίβονται από τον Θηβαίο στρατηγό Επαμεινώνδα. Οι 400 από τους 700 οπλίτες πέφτουν στο πεδίο της μάχης ενώ σκοτώνεται και ο βασιλιάς Κλεόμβροτος. Το σοκ για την πόλη είναι μεγάλο. Οι οπλίτες του δήμου με πλήρη δικαιώματα είναι πλέον ελάχιστοι, εξαφανίζεται ο μύθος του αήττητου Σπαρτιατικού στρατού, οι είλωτες και οι περίοικοι βρίσκουν την ευκαιρία να αποσκιρτήσουν, η Πελοποννησιακή συμμαχία βρίσκεται στα πρόθυρα της διάλυσης.  Αποτέλεσμα όλων αυτών η ανεξαρτητοποίηση των Μεσσήνιων και ο χωρισμός των εδαφών τους από το Σπαρτιατικό κράτος, η εξαφάνιση της ισότητας και της ισονομίας λόγω της πλήρους αποδυνάμωσης του δήμου των οπλιτών με αποτέλεσμα την εκ νέου αναδιανομή της γης που απέμεινε προς όφελος των ολίγων, της παλαιάς αριστοκρατικής τάξης. Η ευνομία-υπόδειγμα της Σπαρτιατικής πόλης καταρρέει, μια εξέλιξη που 30 χρόνια νωρίτερα, μετά την ένδοξη νίκη επί του μεγάλου αντιπάλου της, την Αθήνα, ούτε ο χειρότερος εχθρός της δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Παρά τις όποιες αναλαμπές της στο δεύτερο ήμισυ του 3ου αιώνα, επί βασιλείας Άγη Δ και Κλεομένη Γ,  οι οποίοι προσπαθούν να επαναφέρουν την πόλη σε τροχιά ευνομίας και να αναδιοργανώσουν τον στρατό η τύχη της είναι προδιαγεγραμμένη.

                                                      

                                                                          Συμπεράσματα.

 Οι πολίτες της Σπάρτης ζούσαν μια δημόσια ζωή, με μέγιστη ομοιομορφία και αντιατομικισμό.[22] Η πίεση της κοινής γνώμης προς το άτομο, με σκοπό την πλήρη ενσωμάτωση στους κανόνες της πόλης, διαμόρφωσε την λειτουργία του συνόλου. H διαχρονική λειτουργία της Σπαρτιατικής πόλης εξυπηρέτησε ένα διττό σκοπό: αφενός τη διαμόρφωση κοινής πολιτικής συνείδησης και αφετέρου τη συλλογική θέληση των μελών να την υπερασπιστούν. Οτιδήποτε πέρα από την ομοιομορφία της κοινότητας επιβιώνει στα όρια της κοινωνικής απομόνωσης. Η ιδιαιτερότητα των δομών της επήλθε μέσα από την ωρίμανση συγκεκριμένων κοινωνικών συνθηκών σε συγκεκριμένο γεωπολιτικό περιβάλλον και χρησιμοποιήθηκε ως ο κύριος αποτρεπτικός παράγοντας εξωτερικών πολιτικών επιρροών και εσωτερικών διαφοροποιήσεων.

Οι ιδιομορφίες της πολιτικής και κοινωνικής συγκρότησης τροφοδότησαν μύθους, ενέπνευσαν χίμαιρες, επηρέασαν  μεταγενέστερα πολιτικά ρεύματα και κοινωνικές θεωρίες.  Από την αποσπασματική χρήση των επιρροών προέκυψε αδυναμία ανάλυσης του ιστορικού φαινομένου σε όλο το εύρος της εξέλιξης του. Η αδυναμία αυτή φάνηκε καθαρά όταν οι κοινωνικές σταθερές μπήκαν σε τροχιά κατάρρευσης, την περίοδο που η Σπάρτη εδραίωνε την στρατιωτικοπολιτική φυσιογνωμία της σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο. Το τελικό παράδοξο για την Σπάρτη είναι ότι, στο απόγειο της στρατιωτικής επιτυχίας ξεκινά η αντίστροφη μέτρηση προς την καταστροφή του υποδείγματος της στρατοκρατικής πολιτείας.[23] 

Το φαινόμενο της «Σπαρτιατικής χίμαιρας», δηλαδή η εικόνα μιας εξιδανικευμένης και στατικής πολιτείας, που πολλοί συγγραφείς από την αρχαιότητα έως τα μέσα του 20ου αιώνα προσπάθησαν να διαμορφώσουν, αποτελεί το ανάχωμα στην θεωρεία της εξέλιξης των οργανωμένων κοινωνιών μέσω των θεσμών. Στην ουσία αρνείται την φυσική διαδικασία συγκρότησης των πολιτειακών θεσμών υπό το πρίσμα της έρευνας των κοινωνικών συνθηκών που επηρέασαν την διαμόρφωση τους. Στερεί από την σύγχρονη επιστήμη το αναγκαίο υπόβαθρο της ιστορικής πραγματικότητας πάνω στην οποία στηρίζεται η τεκμηριωμένη ανασύνθεση της ιστορίας με εργαλεία την κρίση, την γνώση και την εμπειρία. Η κριτική ικανότητα, ο ορθολογισμός, η έρευνα και η αντικειμενική τεκμηρίωση είναι οι ακρογωνιαίοι λίθοι της ιστορικής επιστήμης, έτσι όπως ακριβώς τους παρέδωσε στις μελλοντικές κοινωνίες ο Θουκυδίδης.

Η Σπάρτη είναι το παράδειγμα της πόλης-κράτους που έχει σαφή προσανατολισμό ως προς την κυριαρχία της σε στενό γεωπολιτικό περιβάλλον. Με μια έννοια εκφράζει απόλυτα την επιλογή της «εθνικής αναδίπλωσης» αν δικαιούμαστε να μιλάμε με όρους σύγχρονης πολιτικής ιστορίας. Η επιλογή αυτή είναι φανερό ότι μέχρι ενός σημείου απέδωσε καρπούς. Ωστόσο, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι δυνάμεις εκείνες που θα έπαιζαν καταλυτικό ρόλο στην ιστορική εξελικτική διαδικασία δεν είχαν ακόμη ολοκληρώσει την συγκρότηση της δυναμικής τους. Με λίγα λόγια, η Αθήνα δεν είχε ακόμα φτάσει στην περίοδο της μέγιστης ακμής, στα μέσα του 5ου αιώνα, που είχε ως αποτέλεσμα την υιοθέτηση επιθετικών, επεκτατικών πολιτικών. Όταν άρχισαν να μορφοποιούνται οι όροι της αναπόφευκτης σύγκρουσης μεταξύ των δύο ισχυρότερων ελληνικών πόλεων της κλασικής περιόδου, η Σπάρτη προσπάθησε να ανταποκριθεί στον καινούργιο ιστορικό ρόλο της χωρίς επιτυχία. Ακόμα και στην περίοδο που σαν νικήτρια πόλη αντικατέστησε τον ηγεμονικό ρόλο της Αθήνας στον ελληνικό κόσμο, απέδειξε πως δεν διέθετε τη απαραίτητη πολιτική νοοτροπία, τα χαρακτηριστικά εκείνα που θα οδηγούσαν στην αποδοχή της ηγεμονίας της. Κατά την εξέλιξη των κατακλυσμιαίων γεγονότων που ακολούθησαν μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο η πολιτική ιδιαιτερότητα της έχασε την αυτονομία που την διέκρινε και αφομοιώθηκε πλήρως από τις εξελίξεις που συντελέστηκαν στον ευρύτερο μεσογειακό χώρο με αποτέλεσμα τον εκφυλισμό των πολιτειακών θεσμών. Συνεπώς, αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα πως οι αναδιπλώσεις, οι οργανικές μοναδικότητες και οι τάσεις για κοινωνική απομόνωση που συγκροτούνται αυστηρά στα πλαίσια ενός εθνικοπολιτικού στρατηγικού σχεδιασμού αδυνατούν να επιζήσουν όταν το κέντρο βάρους των πολιτικών εξελίξεων διαμορφώνεται σε ένα ευρύτερο, διακρατικό γεωπολιτικό περιβάλλον.


[1] M.I. Finley,Οικονομία και κοινωνία στην αρχαία Ελλάδα, Α μέρος,(Αθήνα: Καρδαμίτσας 1988), σ. 98.

[2] Πλούταρχος, Βίοι παράλληλοι-Λυκούργος, (μτφ. Α. Λαζάρου), Αθήνα: Ζαχαρόπουλος 1959,  8.

[3] M. Σακελλαρίου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ, Β, (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών 1977), σ. 221.

[4] Claude Mosse, Επίτομη ιστορία της αρχαίας Ελλάδας, (Αθήνα: Παπαδήμας 2011), σ. 211.

[5] A. Μαστραπάς, Ο αρχαίος Ελληνικός κόσμος, τ, Α, (Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο), σ. 100.

[6] Πλούταρχος ό.π., 6.

[7] M. Σακελλαρίου, ό.π., σ. 264.

[8] Πλούταρχος, ό.π., 5.

[9] Ε. Baltrusch, Σπάρτη. Η ιστορία, η κοινωνία και ο πολιτισμός (Αθήνα: Παπαδήμας 2004), σ. 29.

[10] Claude Mosse, ό.π., σ. 213.

[11]Ε. Baltrusch, ό.π., σ. 30.

[12] M. Σακελλαρίου, ό.π., σ. 262.

[13]Ε. Baltrusch, ό. π., σ. 73

[14] M. Σακελλαρίου, ό.π., σ. 263.

[15] P.Cartledge, Οι Σπαρτιάτες, (Αθήνα: Λιβάνης 2004), σ. 88-89.

[16] M.I.Finley, ό.π., σ. 81.

[17] Ξενοφών, Λακεδαιμονίων πολιτεία, (μτφ Γ.Ράπτης), Θεσσαλονίκη: Ζήτρος 2003, Ι, 3-5.

[18]Ε. Baltrusch, ό. π., σ. 91.

[19] M.I.Finley,   ό. π., σ. 82.

[20] Ξενοφών, ό.π., ΙΙ, 1-8.

[21] Πλούταρχος, ό, π.,  24.

[22] M.I.Finley, ό. π., σ. 80.

[23] M.I.Finley, ό. π., σ. 99.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s