- Αναρχικό κίνημα – Ελευθεριακός κομμουνισμός.
Είναι πολύ δύσκολη υπόθεση να αναφερθεί κανείς με λίγες φράσεις σε ένα πολιτικό κίνημα που η διαδρομή του στην ιστορία ξεκινάει από τον 18ο αιώνα. Οι ρίζες του βρίσκονται στην προβιομηχανική περίοδο, οπωσδήποτε πρίν από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και την Οκτωβριανή επανάσταση. Εκτός βέβαια από την περίπτωση του Εμφυλίου πολέμου στην Ισπανία (1936-1939), μετά το τέλος του οποίου δεν μπορούμε να πούμε ότι επιβίωσε ως μαζικό κίνημα. Στην διαδρομή του βρήκε αρκετούς πολιτικούς εκφραστές.
ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ , ΚΡΟΠΟΤΚΙΝ , ΜΑΛΑΤΕΣΤΑ, ΜΠΟΥΚΤΣΙΝ, ΕΜΜΑ ΓΚΟΛΝΤΜΑΝ, ΠΙΕΡ ΖΟΖΕΦ ΠΡΟΥΝΤΟΝ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΑΜΤΑΚΟΣ, Ελληνας αναρχοσυνδικαλιστής που πέθανε εφέτος τον Γενάρη πλήρης ημερών.
Η πίστη στον ελευθεριακό κομμουνισμό, οι αυτοδιευθυνόμενοι συνεταιρισμοί, η πορεία προς μία αταξική κοινωνία χωρίς την ύπαρξη κράτους και χωρίς την εκμετάλευση ανθρώπου από άνθρωπο , είναι οι βασικές θεωρητικές συνιστώσες του. Οι θεωρητικές αναζητήσεις του Αναρχισμού ως πρός το είδος της κοινωνίας που οραματίζεται συμπίπτουν με την Μαρξιστική θεωρία. Οι μεγάλες διαφορές ανάμεσα τους, είναι ο τρόπος και οι πρακτικές που χρησιμοποιούνται για να φτάσει κανείς στον τελικό του στόχο. Ο Μαρξισμός, και ιδιαίτερα η Λεννινιστική του εκδοχή υποστηρίζει, ότι μετά την επανάσταση και εώς το τελικό σταδιο της αταξικής κοινωνίας, πρέπει να μεσολαβήσει ένα παρατεταμένο διάστημα , η “δικτατορία του προλεταριάτου” και κάποιες άλλες μεταβατικές ρυθμίσεις, στις οποίες το κράτος, -το εργατικό κράτος εννοείτε- θα έχει κάποιο ρόλο. Για να γίνει όμως αυτό υπάρχει αναγκαιότητα για ηγεσία, οργάνωση και πειθαρχία. Η προλεταριακή επανάσταση δεν θα γεννήσει άμεσα τον κομμουνισμό, και το κράτος δεν θα καταργηθεί αμέσως αλλά θα “απονευρωθεί” και θα “μαραθεί” με το πέρασμα των χρόνων, μέσα από συγκεκριμένες διαδικασίες. Στον αντίποδα της Μαρξιστικής σκέψης, το Αναρχικό κίνημα υποστηρίζει την άμεση μετάβαση στην αταξική κοινωνία, χωρίς ενδιάμεσα στάδια, με διαφορετικούς τρόπους οργάνωσης βασιζόμενες περισσότερο στον αυθορμητισμό των επαναστατημένων μαζών, στην αυτοοργάνωση και στην πλήρη αυτοδιαχείρηση τους, χωρίς κεντρική ηγεσία και συγκεντρωτισμό. Ως πρός αυτό το σημείο η συγκρουση μεταξύ Μαρξιστικού και αναρχικού δόγματος, ήταν ολοκληρωτική και σαφώς προσδιορισμένη. Ο ίδιος ο ΜΑΡΞ είχε συγκρουστεί πολιτικά με τις απόψεις και του ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ και του ΠΡΟΥΝΤΟΝ. Αντίθετα απ ότι η Πρώτη Διεθνής, η Δεύτερη Διεθνής δεν συμπεριλάμβανε εκπροσώπους του αναρχικού κινήματος, τουλάχιστον μετά το συνέδριο του Λονδίνου το 1896.
Χαρακτηριστικά να αναφέρω ότι, υπήρξαν περιοχές που η αναρχική θεωρία και πρακτική, δεν είχαν ποτέ μεγάλη βαρύτητα στο εργατικό κίνημα, όπως οι χώρες της Βορειοδυτικής Ευρώπης, αλλά και περιοχές όπου ο αναρχισμός είχε σημαντική επιρροή, γνώρισε όμως δραματική μείωση, και ίσως αποφασιστική, στην περίοδο 1914-1936. Γαλλία, Ιταλία, Ρωσσία (κατά την περίοδο της Οκτωβριανής Επανάστασης, όπου ο μπολσεβικισμός επικράτησε απόλυτα) αλλά και το τέλος του Εμφυλίου πόλεμου στην Ισπανία, είναι τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα περιοχών όπου η πολιτική του επιρροή συρικνώθηκε. Ετσι κατα την διάρκεια των δεκαετιών του 50 και του 60, ο αναρχισμός αποκομένος από τα μαζικά κινήματα στην Ευρώπη, έπαψε να έχει επιρροή στα πολιτικοκοινωνικά δρώμενα, πλήν συγκεκριμένων καλιτεχνικών, και φιλολογικών κύκλων. Εχει βέβαια μεσολαβήσει η επικράτηση του φασισμού σε Γερμανία, Ιταλία και Ισπανία, ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, η εδραίωση του Στάλιν πρίν και μετά από τον πόλεμο, και η άρνηση του να υποστηρίξει επαρκώς τα κομμουνιστικά κόμματα σε περιοχές που δεν ανήκουν στην σφαίρα επιρροής της τότε Σοβιετικής Ενωσης μετά από τον πόλεμο. Η δυτική κοινωνία “απολαμβάνει” ένα είδος καταναλωτικής ανάπτυξης, που δείχνει να παραμένει σταθερό για αρκετά χρόνια.
Ολα αυτά όμως μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 60. Οι αλλεπάλληλες και πολλές φορές ταυτόχρονες κοινωνικές εξεγέρσεις στις Μητροπόλεις του καπιταλισμού σε Αμερική και Ευρώπη, ξυπνούν τα κοιμώμενα επαναστατικά αντανακλαστικά του αναρχικού κινήματος, και αρχίζει η επανένταξη του μέσα στις εξεργεμένες νεολαίστικες μάζες . Παράλληλα το φαινόμενο του Σταλίνισμού με τα εκατομμύρια των διαχρονικών “εκκαθαρίσεων”, και την μετατροπή της δικτατορίας του προλεταριάτου, σε μία δικτατορία ΕΠΙ του προλεταριάτου από την πολιτική κάστα της ελίτ του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος, φαινόνταν να δικαιολογεί το Μπακουνικό επιχείρημα, ότι η δικτατορία του προλεταριάτου θα εξελίσονταν σε μια απλή δικτατορία και σε αυτή τη βάση δεν ήταν δυνατον να οικοδομηθεί ο Σοσιαλισμός.
Αντιγράφω απο το βιβλίο ” Επαναστάτες” του Μαρξιστή Ιστιορικού ERIC HOBSBAWM :
« Ταυτόχρονα, η αποβολή των χειρότερων παρεκτροπών του σταλινισμού κατέστησε σαφές ότι, ακόμη και χωρίς εκκαθαρίσεις και στρατόπεδα εργασίας, το είδος του σοσιαλισμού που είχε εγκαθιδρυθεί στην ΕΣΣΔ απείχε παρασάγγας απ’ ότι είχαν κατά νου οι περισσότεροι σοσιαλιστές πριν από το 1917. »
Σε εποχές λοιπόν όπου ο υπαρκτός-ανύπαρκτος σοσιαλισμός έχει δώσει σαφέστατα δείγματα γραφής, αλλά και πού ο καπιταλιστικός υπερκαταναλωτισμός, δείχνει να αγγίζει τα όρια του εν μέσω γεωπολιτικών πολέμων και επεμβάσεων, με τις πρώτες αναφορές για μελλοντική γενική οικονομική ύφεση να εμφανίζονται, ο ίδιος ο πρωτογονισμός της θεωρίας του αναρχισμού γίνεται το πλεονέκτημα του. Ετσι λοιπόν….« Η επανάσταση, θα έλθει επειδή οι επαναστάτες την θέλουν με τόσο πάθος και αδιάκοπα επιχειρούν εξεγέρσεις, οπότε αργά η γρήγορα μία από αυτές θα εξελιχθεί στην σπίθα που θα πυρπολήσει την υφήλιο.»
Παρίσι Μάης 1968. Οταν τα γεγονότα ξεπερνούν ορθολογικές πολιτικές αναλύσεις, τότε οι ανορθολογικές εκτιμήσεις ότι τα πάντα είναι δυνατον να συμβούν σε οποιαδήποτε στιγμή, μπορεί να φανούν πως έχουν κάποια αλήθεια τουλάχιστον στην αρχή. Την νύχτα της 9ης Μαίου δεν ήταν μόνο οι επίσημοι κομμουνιστές που ήταν ενάντια σε οδοφράγματα, και συμπλοκές με την αστυνομία, αλλά και πολλοί από τους Τροτσκιστές και Μαοικούς φοιτητές που πίστευαν ότι υπάρχει εντολή από την αστυνομία να πυροβολήσει το εξεγερμένο πλήθος, με αποτέλεσμα μια σύντομη αλλά μεγάλη σφαγή. Εκείνοι που προχώρησαν χωρίς δισταγμό ήταν οι αναρχικοί φοιτητές, οι αναρχίζοντες, οι “καταστασιακοί”. Τα συνθήματα τα οποία επικράτησαν ήταν…” Τόλμη…περισσότερο τόλμη” και… “Ορμάμε και ύστερα βλέπουμε”…
Και ενώ η CGT στις 13 Μαίου πραγματοποιεί γενική απεργία, λίγες μέρες μετά 10 εκατομμύρια εργάτες καταλαμβάνουν τους χώρους εργασίας χωρίς καμιά επίσημη εθνική ντιρεκτίβα. Οι ίδιοι οι αναρχοσυνδικαλιστές έχουν καταλάβει, ότι πρέπει να διερευνήσουν τα μέσα για την αυθόρμητη συναίνεση εντός των επαναστατικών διαδικασιών, ανάμεσα στις εξεγερμένες εργατικές μάζες που παράγουν την δράση.
Επιτρέψτε μου…λίγο ακόμα ERIC HOBSBAWM από κείμενο του το 1969 :
« Η τακτική που αντλείται από την αναρχική εμπειρεία αντκατοπτρίζει αυτόν τον σχετικό πρωτογονισμό και αυτην την αδυναμιά, αλλά στις τωρινές περιστάσεις ( σημ. το 1969) ενδέχεται να είναι η καλύτερη που μπορούμε να ακολουθήσουμε για ένα διάστημα. Το σημαντικότερο είναι να γνωρίζουμε πότε έχει φτάσει στα όρια της η τακτική αυτή. Αυτό που συνέβη στη Γαλλία τον Μάη του 1968 έμοιαζε λιγότερο με το 1917 και περισσότερο με το 1830 η το 1848. Είναι παρήγορο να ανακαλύπτουμε ότι, στις ανεπτυγμένες χώρες της Δυτικης Ευρώπης, είναι ξανά εφικτό οποιοδήποτε είδος επαναστατικής κατάστασης, οσοδήποτε πρόσκαιρο και αν είναι. Αλλά θα ήταν εξίσου ασύνετο να λησμομούμε ότι το 1848 είναι ταυτόχρονα το μεγάλο παράδειγμα πετυχημένης αυθόρμητης Ευρωπαικής επανάστασης αλλά και της ταχύτατης και ολοκληρωτικής αποτυχίας της.»
40 χρόνια μετά, το αναρχικό κίνημα έχει μπεί προ πολλού σε νέα φάση. Στην χώρα μας το κομβικό σημείο για τον καθορισμό της πρακτικής του, πρέπει να ήταν η κατάληψη του Πολυτεχνείου το 1995, και η σύληψη 500 ατόμων κατά την εκκένωση του, μετά από εκτεταμένες φθορές εντός του κτηρίου. Με αρκετά μέλη να “αποστρατεύονται” λόγω ποινικών διώξεων και φακελώματος, το αντιεξουσιαστικό κίνημα χάνει την ήδη ελλιπέστατη επαφή του με τους εργατικούς χώρους μέσω του Αναρχοσυνδικαλισμού και τις όποιες επαφές με την Εξωκοινοβουλευτική Αριστερά. Επαναπροσδιορίζει την τακτική του, επανδρώνεται από νέες γενιές συμπαθούντων φθάνοντας έτσι μέχρι τις μέρες μας εντάσσοντας το μεγαλύτερο μέρος της δυναμικής του, στο πλαίσιο των σύντομων και ιδιαίτερα βίαιων μετωπικών συγκρούσεων με τις δυνάμεις των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους. Η “παραδοχή” ότι “δεν έχουμε άλλο χρόνο για να περιμένουμε” εν μέσω κρίσης του κομμουνιστικού κινήματος, κατάρευσης της σοσιαλδημοκρατίας και εν εξελίξει κατάρευση της νεοφιλελεύθερης θεωρίας για την οικονομία της αγοράς, επιταχύνει την πολιτική συγκρότηση του χώρου σε μοτίβα ιδιότυπου και ανοικτού “αντάρτικου πόλεων”, φανερώνοντας παράλληλα την ιστορική παθογένεια του, σε ζητήματα αυτοοργάνωσης και περιφρούρησης του από προβοκάτορες - παρακρατικούς. Παράλληλα η στοχοπροσήλωση του αρκετές φορές σε πρακτικές τυφλής βίας, λειτουργούν αρνητικά και αποπροσανατολίζουν την δυναμική, σε μια “βεντέτα” με τις δυνάμεις της αστυνομίας, φιλτράροντας έτσι όλη την επαναστατική ορμή του, σε δευτερευούσης σημασίας στόχους αφήνοντας αναλλοίωτους τους πρωτεύοντες σε σημασία μηχανισμούς του καπιταλιστικού κράτους οι οποίοι και παραμένουν επί της ουσίας ανέπαφοι.
Ομως…κατώ από οποιεσδήποτε διαδικασίες συγκρότησης, βίαιες η μη βίαιες, ο συγκεκριμένος πολιτικός χώρος επαναδραστηριοποιείται και διεκδικεί μερίδιο στην πολιτική ζωή του τόπου, σε εντελώς διαφορετική βάση βέβαια, με νέα πολιτικά υποκείμενα να τον πλαισιώνουν, και με νέες μορφές οργάνωσης να κάνουν την εμφάνιση τους.
Οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις της χώρας έχουν αποπειραθεί σε ένα αγώνα δρόμου, να ξορκίσουν την δυναμική επανεμφάνιση του συγκεκριμένου χώρου. Ισως γιατι εάν αποδεχθούν το γεγονός αυτό, και το αποδεχθούν ως πολιτικό φαινόμενο, πρέπει να εξηγήσουν και τους λόγους που συμβαίνει. Αυτόματα πρέπει να δεχθούν την ουσιαστική αναποτελεσματικότητα της θεωρίας του υπαρκτού σοσιαλισμού, και τις προσπάθειες αναστήλωσης του Σταλινικού φαντάσματος σε ότι έχει να κάνει με τον παραδοσιακό και δογματικό κομμουνισμό, την αποτυχία της σοσιαλδημοκρατίας για την εγκαθίδρυσητου κοινωνικού κράτους και βέβαια την κατάρρευση των ελεύθερων αγορών του νεοφιλελευθερισμού. Ετσι λοιπόν είναι προτιμώμενο να στρουθοκαμιλίζουνε και να μην αναγνωρίζεται η αποτυχία των μέχρι σήμερα δοκιμασμένων πολιτικών συστημάτων και μηχανισμών να προσφέρουν στην κοινωνία ένα κράτος δικαίου. Είναι σαφώς θέμα οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων, για να διαιωνίζεται μια συγκεκριμένη ταξικά πολιτική επιλογή.
Ομως, όπως είπαμε και πιο πάνω, καλό είναι να γνωρίζουμε και τα όρια της τακτικής. Σαφώς δεν αποτελεί επαναστατική τακτική το να “καλύπτεσαι” δίπλα από πολυάνθρωπα μπλοκ που δεν θέλουν να ακολουθήσουν την πρακτική σου, σε σπασίματα βιτρινών, και πλιάτσικα μαγαζιών, και έχοντας καλυμένες τις πλάτες σου εσύ να συνεχίζεις. Πρέπει να σέβεσαι και την επιλογή του άλλου – που έχει τον ίδιο πολιτικό εχθρό με εσένα- ο οποίος θεωρεί ότι πρώτο μέλημα είναι να κατέβει ο κόσμος στούς δρόμους χωρίς να δοθεί το δικαίωμα στις δυνάμεις καταστολής να επιτεθούν, διαλλύοντας έτσι μια πορεία χιλιάδων ανθρώπων, η οποία είχε την διάθεση να φτάσει μέχρι την βουλή και να μείνει εκεί όλο το βράδυ, και για όσες περισσότερες μέρες χρειαστεί. Η τακτική λοιπόν έχει και τα όρια της.
Από την άλλη όμως πλευρά, το μεγαλύτερο μέρος της Ελληνικής κοινωνίας τους προσδίδει την ταμπέλα του παραβατικού περιθωριακού τύπου, ενώ για τους εκπροσώπους της πολιτικής “νομιμοφροσύνης”, της άρχουσας τάξης, της μονής βατοπαιδίου, των σκανδάλων, της διαφθοράς, της σήψης, της κοινωνικής αδικίας, των οικονομικών καρτελ, και των τραπεζών, είναι απλά οι εχθροί της “κοινωνικής ειρήνης”. Για το ΚΚΕ είναι παρακρατικοί και προβοκάτορες. Τελεία και παύλα.
Εκπληκτικές και βαθυστόχαστες πολιτικές αναλύσεις μιας πουριτανικής κοινωνίας σε κατάσταση πανικού, με συγκεκριμένη πολιτική ελίτ, που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι πως θα συνεχίσει να λειτουργεί η “αγορά”, και με ποιό τρόπο θα αντιμετωπίζει η θα ρυθμίζει τις κυκλικές της κρίσεις. Μόνο που αυτές οι οικονομικές κρίσεις δεν αφορούν μαθηματικούς δείκτες και ποσοστά, αλλά έχουν ως άμεσο αποτέλεσμα τεράστιες κοινωνικές κρίσεις με απρόβλεπτα αποτελέσματα. Η άρνηση της κοινωνίας και της πολιτικής της ελίτ να δούνε το συγκεκριμένο -εδώ και χρόνια- φαινόμενο των οδομαχιών, των οδοφραγμάτων και των ολονύκτιων συγκρούσεων με την Αστυνομία, σε όλες τις πτυχές του, σε όλες τις εκδοχές του, και να αναλυθεί ως καθαρά πολιτικό φαινόμενο, προερχόμενο από συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, που είτε το θέλουμε είτε όχι υπάρχει, δρά, και οργανώνεται με τους δικούς του κώδικες επικοινωνίας και πρακτικής είναι το αποτέλεσμα μιας διαχρονικής απαξίωσης του ριζοσπαστικού πολιτικού διαλόγου, μιας χρόνιας συντηρικοποίησης του πολιτικού μας συστήματος που δρά και ενεργεί ερήμην της κοινωνίας, όπου η πλειοψηφία της αρέσκεται στο να συζητάει για πρωινάδικα και μπουζούκια. Εχουμε ξεχάσει να συζητάμε πολιτικά μεταξύ μας. Οτι δεν μπορούμε να καταλάβουμε το δαιμονοποιούμε, το αφορίζουμε, το ξεχνάμε, μέχρι να το βρούμε ξανά μπροστά μας και άντε πάλι από την αρχή. Ενας κύκλος εσωστρέφειας και φόβου. Πάει καιρός από τότε που οι πρώτες γενιές της μεταπολίτευσης ύστερα από τον επταετή πολιτικό γύψο, δίψαγαν για πολιτικές και κοινωνικές αναλύσεις. Ζούμε την εποχή της πλήρους ατομικότητας, της μοναξιάς, του “παρτακισμού”, της ισοπέδωσης, ξαναγυρίζουμε ολοταχώς στον εργασιακό και ταυτόχρονα κοινωνικό Μεσαίωνα. Αυτό που ενδιαφέρει πιά, είναι το άτομο και όχι το σύνολο.
Θέλω να τελειώσω με μία ακόμη ανάφορα στον ERIC HOBSBAWM, σχετικά με τις επίδραση του φασισμού της εποχής Μουσολίνι στην Ιταλική κοινωνία : « Ο απέραντος σκεπτικισμός που σκοτώνει κάθε δυνατή πίστη σε οποιοδήποτε ιδανικό, που χλευάζει τη θυσία του ατόμου για την προκοπή της κοινότητας. Αυτή είναι, κατά βάθος, η εμφανέστερη κατάκτηση του φασισμού, και θα μείνει η πικρότερη κληρονομιά του.»









Προσυπογραφω σε μεγαλο βαθμο